τρίβω
tribo
rub
Appears 3 times across Homer's epics.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
τρίβω [ῑ], Op. 251, etc.: Ep. impf. τρίβεσκον 2.480: fut. τρίψω Fr. 483, (ἀπο-) Od. 17.232: aor. ἔτριψα 181; inf. τρῖψαι Od. 9.333, etc.: pf. τέτρῐφα 9.10, (συν-) 62:—Med., fut. τρίψομαι (προσ-) 4.2.8: aor. ἐτριψάμην Lav.Pall. 25, Synt. 210.26:—Pass., fut. τριφθήσομαι BC 4.65, etc.; τρῐβήσομαι Dio 25, (ἐκ-) OT 428, (κατα-) HG 5.4.60; also τετρίψομαι (ἐπι-) Pax 246; fut. Med. in pass. sense, 6.18, 7.42: aor. ἐτρίφθην 2.77, Epid. 5.6, 102; (δια-) 19.164: more freq. aor. 2 ἐτρίβην [ῐ] Pr. 893b40; (δι-) 1.125; (ἐκ-) 7.120; (ἐπ-) freq. in , Th. 557, al.; (κατ-) Lg. 678d; (συν-) Pax 71, etc.: pf. τέτριμμαι Phd. 116d; Ion. 3pl. τετρίφᾰται 2.93. [ῐ only in pf. Act. and Pass., and fut. and aor. 2 Pass.]:—A. rub, τριβέμεναι κρῖ, i. e. thresh, thresh it out, because this was done by trampling under the feet of oxen, Il. 20.496; μοχλὸν τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ work round the stake in his eye, Od. 9.333; χρυσὸν -όμενον βασάνῳ rubbed on a touchstone, so as to test its purity, 450; τ. τὸ σκέλος rub the leg, Phd. 60b; τὰς τῆς ψώρας ἰάσεις τῷ τρίβειν Phlb. 46a; τὸν ὀφθαλμόν Pr. 957a38; ἀμφορέως τὸν πύνδακα ib. 938a14; τ. τὴν κεφαλήν, in sign of perplexity, 2.49; ταῖς χερσὶ [τὰς τρίχας] τ. Eq. 5.5; τὸν πόδα μύροις τ. 108 (hex.); of a masseur, 6.151, 187; in blood-letting, 15.784:—Med., χρηστηρίοις ἐν τοῖσδε . . τρίβεσθαι μύσος rub oneʼs pollution upon the shrines, pollute them with it, Eu. 195:—Pass., τετριμμένοι τὰ ἐπʼ ἀριστερὰ τῶν κεφαλέων 2.93; ὕλη τριφθεῖσα ὑπʼ ἀνέμων πρὸς αὑτήν, so as to catch fire, 2.77; ὀδόντες τριβόμενοι πρὸς ἀλλήλους PA 661b22. 2. bruise, pound, knead, κεδρίδας, [κώνειον], Th. 486, Phd. 117b; ἑλλεβόρου ἅμαξαν Euthd. 299b; ποίαν IG 42(1).122.121 (Epid., iv B. C.); καταπλαυτόν, [μάζας], Pl. 717, Pax 8,16; κάρυα καὶ ἀμύγδαλα εἰς θυείαν τ. Chrysipp. Tyan. ap. 14.648a, cf. 1.62, τὸ μέλαν grind, 18.258:—Pass., θυμιήματα τετριμμένα 2.86; ἄρτοι σφόδρα τετριμμένοι Pr. 929a17, cf. b8; μηδὲν τετριμμένον, ἀλλὰ τεθλασμένων ὁ χυλός 138. 3. crush, βότρυν Fr. 571. II. wear out clothes (cf. τρίβων (A)), τῶν ὑποδημάτων τὰ τριβόμενα 2.680a; τελαμῶνες μὴ λίαν τετριμμένοι 1.83; of a road, wear or tread it smooth, ἀτραπὸς τετριμμένη ἡ διὰ θυείας, with a play on pounding in a mortar, Ra. 123; τὴν τετρ. ὥσπερ ὁδὸν ἐπὶ τὸν μακάριον βίον Rh. 1.260 ; τρίβει οὐρανόν goes his way through heaven (cf. τρίβος), 231; τ. κύματα, of a ship, AP 9.34 (); πόδας τρίβειν 7.123. 2. of Time, wear away, spend, δυστυχῆ τ. βίον El. 602; νησιώτην τ. βίον Heracl. 84; γεωργὸν βίον τ. Pax 589 (lyr.); ὀδυνηρότερον τρίψεις βίοτον Pl. 526 (anap.); τ. πόλεμον prolong a war, 2.63.4: abs., waste time, tarry, Ag. 1056, 23.173 vulg. (διατρ. cod. S):—Pass., ἐν τούτοις τρίβεται χρόνος ἐνίοτε μακρός 16.578; ἀμφισβήτησις . . τρειβομένη πολλῶν ἐτῶν prolonged, OGI 502.3 (Aezani, ii A. D.). 3. waste or ravage a country, Hec. 1142. III. of persons, wear out, σκολιῇσι δίκῃσι ἀλλήλους τρίβουσι Op. 251; τρίβεσθαι κακοῖσι to be worn out by ills, Il. 23.735; ἄλλην γενεὰν τρίβειν θανάτοις Ag. 1573 (anap.); τ. ἀμφοτέρους wear them both out, 8.56, cf. 7.48, Caes. 40:—Med., τρίψεσθαι αὐτὴν περὶ αὑτήν wear itself out by internal struggles, 6.18, cf. 7.42:—Pass., τριβόμενος λεώς oppressed, 2.124; πολέμιοι τριφθησόμενοι ἐν σφίσιν l. c.; τρίβεσθαι μάτην τερὶ (ἐπὶ codd.) τὴν δίωξιν Pomp. 41. 2. of money and property, waste, squander it, οὔτε τι τῶν οἰκηΐων τρίβουσι οὔτε δαπανῶνται 2.37. 3. use constantly, κατώμοσα . . μὴ πολὺν χρόνον θεοὺς ἔτι σκῆπτρα τἀμὰ τρίψειν Av. 636 (lyr.); κοινὰ ὀνόματα καὶ τετριμμένα Comp. 25; ἡ τετρ. καὶ κοινὴ διάλεκτος Th. 23; τετρ. σχηματισμός in common use, Pron. 115.16, cf. M. 1.229. 4. Pass., to be much busied or engrossed with a thing, πολέμῳ 3.134; ἀμφʼ ἀρετῇ τ. practise oneself in, use oneself to it, 465; τρίβεσθαι περὶ τοὺς δυνατούς VA 4.41: esp. in pf. part. Pass. τετριμμένος, practised, expert, ἔμπειροι καὶ τ. Rh. 2.281 ; οἱ ἐν ποήμασι τ. Po. 5.21; τ. ἀκοή a trained, expert ear, ib.24; πολεμικὸς καὶ τετρ. διʼ ὅπλων Eum. 11; ἀνὴρ φιλοπόνως ἐπὶ τῶν ἔργων τετρ. 15.585, cf. 623.
‹ All lexicon entries