τρέπω
trepo
turn
Appears 59 times across Homer's epics.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
τρέπω, Il. 8.399, etc.: fut. τρέψω 15.261, etc.: aor. 1 ἔτρεψα 18.469, etc., Ep. τρέψα 16.645: besides aor. 1 has aor. 2 ἔτρᾰπον, Od. 4.294, al., also O. 10(11).15 (sts. also intr., v. περιτρέπω II and perh. Il. 16.657, cf. III fin.): Aeol. aor. ἔτροπον, v. ἀνατρέπω: pf. τέτροφα Nu. 858, 51, (ἀνα-) Tr. 1009 (lyr.), 1.131; later τέτρᾰφα 1.108, (ἀνα-) ib.30, 18.296 (cod. S), 1.190, 3.158 (but cf. Wackernagel Studien zum griech. Perf.15); ἐπι-τέτραφα 30.6.6 :—Med., fut. τρέψομαι 1.97, Prog. 20, Hipp. 1066, etc.: aor. ἐτρεψάμην Od. 1.422, Heracl. 842: also aor. 2 ἐτραπόμην Il. 16.594, 2.3, al. (used also in pass. sense, (ἀν-) Il. 6.64, 14.447, and once in Att., (ἀν-) Cra. 395d); imper. τραποῦ Ra. 1248: pf. (v. infr.):—Pass., fut. τρᾰπήσομαι Nic. 21, etc.; also τετράψομαι 1.220, (ἐπι-) Pisistr. ap. 1.54: aor. ἐτρέφθην Epigr. 14.7, once in Trag., El. 1046 (v. ἐπιτρέπω); Ion. τραφθῆναι Od. 15.80, cf. 4.12: aor. 2 ἐτράπην [ᾰ] Pers. 1029 (lyr.), Ec. 416, etc.; ἐτρέπην (ἐν-) UPZ 5.24 (ii B. C.): pf. τέτραμμαι R. 519b; 3pl. τετράφαται 42, cf. Il. 2.25 (ἐπι-); 3sg. imper. τετράφθω 12.273; part. τετραμμένος 19.212, etc.: plpf., Ep. 3sg. τέτραπτο Od. 4.260; 3pl. τετράφατο Il. 10.189.—From the aor. 2 has been formed the pres. ἐπιτρᾰπέουσι, ib.421; cf. τραπητέον.—The Ion. forms used by are pres. Pass. τράπονται 6.33, al.; 3sg. impf. τρέπεσκε 4.128; aor. Pass. τραφθείς 9.56; but fut. ἐπιτράψομαι is f. l. in 3.155, and in the pres. Act. and Pass. codd. vary (both forms in codd. of 2.92 (Act.), τρέπεται 1.117, τράπεται 4.60):—Dor. forms, τράπω EM 114.19; fut. ἐπι-τραψῶ Schwyzer 198.21 (Crete):—A. turn or direct towards a thing, , etc.; mostly folld. by a Prep., τ. [φύσας] ἐς πῦρ Il. 18.469; ἐς ποταμὸν φλόγα 21.349; εἰς εὐνὴν τράπεθʼ ἥμεας show us to bed, Od. 4.294 (perh. with a punning reference to ταρπώμεθα in next line); λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες 8.292 (as though τραπείομεν in Il. 3.441 belonged to τρέπω and not to τέρπω; unless there is a pause after λέκτρονδε) ; θυμὸν εἰς ἔργον τ. Op. 316; εἰς ἐχθροὺς βέλος Th. 255; πόλεις ἐς ὕβριν 3.39; τὸν ἄνθρωπον . . εἰς ἀθυμίαν 23.194; πρὸς ἠέλιον κεφαλήν Od. 13.29; πρὸς ὄρος πίονα μῆλα 9.315; πρὸς εὐφροσύναν ἦτορ I. 3.10; τὰς γνώμας πρὸς χρηματισμόν Ep. 355b; also ἐπʼ ἐμπορίην θυμόν Op. 646, cf. Phdr. 257b, R. 508c; δᾶμον ἐς ἡσυχίαν P. 1.70; ἐπʼ ἐχθροῖς χεῖρα Aj. 772; κατὰ πληθὺν τ. θυμόν Il. 5.676; ἀντίον Ζεφύρου πρόσωπον Op. 594: with Advbs., πάντων ὁμόσε στόματʼ ἔτραπε Il. 12.24; οὐκ οἶδʼ ὅποι χρὴ . . τ. ἔπος Ph. 897; ἐνταῦθα σὴν φρένα IT 1322; τὴν διάνοιαν ἄλλοσε R. 393a; ἐκεῖσε τ. τὰς ἡδονάς Lg. 643c; ἐπὶ τὴν θεραπείαν τὸν λόγον 2.23: c. inf., σέ . . ἔτραπε . . ὀργὰ παρφάμεν led thee to speak crookedly, P. 9.43:—also in Med., τραπέσθαι τινὰ ἐπί τι Euthd. 303c, cf. Chrm. 156c:—Pass., κεῖται ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος Il. 19.212. 2. Pass. and Med., turn oneʼs steps, turn in a certain direction, τραφθῆναι ἀνʼ Ἑλλάδα Od. 15.80; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον 9.56; ἐς Θήβας ἐτραπόμην 2.3; ἐπὶ Προκόννησον, ἐπʼ Ἀθηνέων, Id 6.33, 5.57: with Advbs., ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο which way to turn, Pers. 459; ἀμηχανῶ . . ὅπᾳ τράπωμαι Ag. 1532 (lyr.); πᾷ τις τράποιτʼ ἄν; Ch. 409 (lyr.); ποῖ τρέψομαι; Hipp. 1066, cf. An. 3.5.13; ποῖ χρὴ τραπέσθαι; 29.2: c. acc. cogn., τραπέσθαι ὁδόν take a course, 1.11, cf. 9.69, Sph. 242b; πολλὰς ὁδοὺς τραπόμενοι κατὰ ὄρη 5.10; ἐτρέφθην ἥνπερ ἦν πορεύσιμον El. 1046. 3. in Pass. and Med. also, turn or betake oneself, εἰς ὀρχηστύν, εἰς ἀοιδήν, Od. 1.422, 18.305; ἐπὶ ἔργα Il. 3.422, etc.; ἐπʼ ἀναιδείην Hom Epigr. 14.7; ἐπὶ σωφροσύνην 379; ἐπὶ ψευδέα ὁδόν 1.117; ἐπὶ φροντίδας IA 646; ἐφʼ ἁρπαγήν 4.104; ἐπʼ εἰρήνην HG 4.4.2; ἐς τὸ μαίνεσθαι OC 1537; ἐς ἀλκήν 2.84; εἰς ἁρπαγὴν ἐπὶ τὰς οἰκίας HG 6.5.30; κατὰ θέαν τετραμμένοι 5.9; πρὸς ἀλκήν 3.78; πρὸς τὸ κέρδιον τραπείς Aj. 743; πρὸς λῃστείαν 1.5; πρὸς ἄριστον τετρ. 1.63; πρὸς τὸν πότον Smp. 176a, etc.; also τ. πρός τινα betake oneself, have recourse to him, 152, An. 4.5.30, Prt. 339e; ἐφʼ ἱκετείαν τ. τῶν διωκόντων Ap. 39a. 4. Pass. and Med., of places, to be turned or look in a certain direction, πρὸς ζόφον Od. 12.81; πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον, etc., 1.148, 2.15, etc.; also πρὸς τοῦ Τμώλου 1.84; ἄντʼ ἠελίου τετρ. straight towards, Op. 727. II. turn, i. e. turn round or about, πάλιν τρέπειν turn back, ἵππους Il. 8.432; τινα ib.399; ὄσσε, δόρυ, 21.415, 20.439; τὰ καλὰ τ. ἔξω turn the best side outmost, show the best side (of a garment), P. 3.83:—Pass., πάλιν ἐτράπετʼ Il. 21.468; μή τις ὀπίσσω τετράφθω 12.273; c. gen., turn from . . , υἷος 18.138; ἐτράπετʼ αἰχμή the point bent back, like ἀνεγνάμφθη, 11.237; of the sun having passed the meridian, πόστην ἥλιος τέτραπται; Fr. 163, cf. Mir. 60; also of the solstice, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται [ὁ ἥλιος] (v. τροπή I) Mem. 4.3.8, cf. Lg. 915d; τραπείσης τῆς ὥρας HA 628b26:—intr. in Act., περὶ δʼ ἔτραπον ὧραι, v. περιτρέπω II. 2. τ. τι εἴς τινα turn upon anotherʼs head, τ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα, 8.41, 8.57; freq. in imprecations, ἐς κεφαλὴν τράποιτʼ ἐμοί on my head be it! Ach. 833, cf. 2.39; εἰς σεαυτὸν τρεπέσθω on your head be it! IG 4.444 (Phlius); ἦ κἀπʼ ἐμοὶ τρέποιτʼ ἂν αἰτίας τέλος; Eu. 434; κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου keep your ills to yourself, Ach. 1019, Nu. 1263; πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς τρέψεσθε 8.19. 3. alter, change, φρένας Il. 6.61; τὰς γνώμας An. 3.1.41; [τὸ χρῶμα] 1.35; [τὸ γάλα] ib.92; ἔτραπεν κεῖνον μισθῷ χρυσός P. 3.55; deceive, 166; ἐς κακὸν τ. τινά P. 3.35; ἅττʼ ἂν ὑμεῖς ἐξαμάρτητʼ ἐπὶ τὸ βέλτιον τρέπειν Nu. 589 (troch.); ἐς γέλων τὸ πρᾶγμʼ ἔτρεψας V. 1261, cf. 7.105, etc.: Med., πρὸς τὰς ξυμφορὰς τὰς γνώμας τρέπεσθαι shift their views, 1.140, cf. 2.71e, etc.:—Pass., to be changed, τρέπεται χρώς Il. 13.279, cf. Od. 21.413, Op. 416; τὴν χρόαν τρέπεσθαι, of animals, 2.51d; τῷ χρώματι τρεπομένας, of women, 1.35 (so abs., of a man, Vit.Hippocr. 5); ὁ οὕτω τρεπόμενος σφυγμός 18(2).40; τρέπεται νόος Od. 3.147; νόος ἐτράπετʼ 7.263; Διὸς ἐτράπετο φρήν Il. 10.45; τράπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι 7.18; ὁρῶν αὐτοὺς τετραμμένους seeing that they had changed their minds, 9.34, cf. 4.106; ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου V. 986: c. inf., κραδίη τέτραπτο νέεσθαι Od. 4.260; ἐτράποντο . . τῷ δήμῳ . . τὰ πράγματα ἐνδιδόναι 2.65: c. acc. cogn., πλείους τραπόμενος τροπὰς τοῦ Εὐρίπου 3.90; οἶνος τρέπεται the wine turns, becomes sour (v. τροπίας), P. 1.41; ἡ ξανθὴ χολὴ . . εἰς τὸν ἰώδη τρέπεται χυμόν 16.534; ἡ ἀδελφὴ ἐπὶ τὸ κομψότερον ἐτράπη has taken a turn for the better, POxy. 935.5 (iii A. D.); ἐπὶ τὸ ῥᾷον ἔδοξεν τετράφθαι ib.939.17 (iv A. D.); τοῦ πατρὸς ἡμῶν εἰς ἄπορον τραπέντος having become destitute, PMeyer 8.14 (ii A. D.):—intr. in Act., τοῦ ἄρχοντος τρέποντος εἰς δεσπότην 2.562. III. turn or put to flight, rout, defeat, τρέψω δʼ ἥρωας Ἀχαιούς Il. 15.261; ἔτρεψε φάλαγγας 12.21, cf. O. 10 (11).15, 1.63, 4.128, 1.62, 4.25,33, etc.; in full, φύγαδε τ. Il. 8.157; εἰς φυγὴν ἔτρεψε τοὺς ἑξακισχιλίους An. 1.8.24; τρέψαι καὶ ἐς φυγὴν καταστῆσαι 7.43 (but ἔτρεψαν ἐς φυγὴν πόδα they fled, Supp. 718):—Med., pres., An. 5.4.16, AJ 13.2.4, Cam. 29: fut., Eq. 275 (troch.): aor. 1, Heracl. 842, An. 6.1.13:—Pass., to be put to flight, aor. 2 ἐτράπην Pers. 1029 (lyr.), Cyr. 5.4.7 (v.l. ἐτράποντο), etc.: also aor. 1 ἐτρέφθην An. 5.4.23, HG 3.4.14, Cyn. 12.5: aor. 2 Med. ἐτραπόμην 1.80, 9.63, etc.; ἐς φυγὴν τραπέσθαι 8.91, 8.95; τραπόμενοι κατέφυγον 4 54; φυγῇ ἄλλος ἄλλῃ ἐτράπετο An. 4.8.19; ἐτράποντο φεύγειν Lys. 28, Caes. 45: rarely in pf. Pass., τετραμμένου φυγᾷ γένους Th. 952 (lyr.):—also intr. in Act., φύγαδʼ ἔτραπε Il. 16.657 (unless it governs δίφρον). IV. turn away, keep off, οὐκ ἄν με τρέψειαν ὅσοι θεοί εἰσʼ ἐν Ὀλύμπῳ 8.451; τ. τινὰ ἀπὸ τείχεος 22.16; ἑκάς τινος Od. 17.73 (Med.); τῇ . . νόον ἔτραπεν 19.479: abs., ἀλλὰ Ζεὺς ἔτρεψε Il. 4.381; of weapons, βέλος . . ἔτραπεν ἄλλῃ 5.187; ἀπὸ ἔγχεος ὁρμὴν ἔτραπε Sc. 456. V. overturn, εὐτυχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν Ag. 1328 (s. v.l.); τ. ἄνω κάτω Fr. 311. VI. turn, apply, τ. τι ἐς ἄλλο τι 2.92; τὰς ἐμβάδας ποῖ τέτροφας; what have you done with your shoes? Nu. 858; τὸν μόναυλον ποῖ τέτροφας; 51:—Pass., ποῖ τρέπεται . . τὰ χρήματα; V. 665 (anap.).
‹ All lexicon entries