πλάζω
plazo
turn aside
Appears 22 times across Homer's epics.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πλάζω (A), Ep.impf. πλάζον Od. 2.396 : aor. ἔπλαγξα (παρ-) 9.81; Ep. πλάγξα 24.307 :—Pass. and Med., 3.106, etc.; Ep. impf. πλαζόμην 5.389 : fut. πλάγξομαι 15.312 : aor. ἐπλάγχθην (ἀπ-) Il. 22.291 ; Ep. πλάγχθην Od. 1.2 ; inf. πλάγξασθαι dub. in 3.261 : pres. Med. also πλάττονται 6.5 codd.:—A. poet. Verb (rare in Prose, v. infr.), turn aside or away from, πλάζει δʼ ἀπὸ πατρίδος αἴης Od. 1.75 ; ἀλλά με δαίμων πλάγξʼ ἀπὸ Σικανίης δεῦρʼ ἐλθέμεν 24.307 ; [πρὼν . . ποταμοῖσι] ῥόον πεδίονδε τίθησι πλάζων Il. 17.751 :—Pass., πλάγχθη δʼ ἀπὸ χαλκόφι χαλκός bronze glanced off from bronze, 11.351 ; πάλιν πλαγχθέντας ὀΐω ἂψ ἀπονοστήσειν balked, baffled, 1.59, cf. Od. 13.5 ; τίς πλάγχθη πολὺ μόχθος ἔξω; what woe is warded off afar ? OC 1231 (lyr.); κεῖθεν δὲ πλαγχθέντες ἱκάνομεν ἐνθάδε Od. 13.278 ; Σκύρου μὲν ἅμαρτε, πλαγχθέντες δʼ εἰς Ἐφύραν ἵκοντο N. 7.37 (s.v.l.); [Ἀλέξανδρος] ἐπλάζετο ἄγων [Ἑλένην] 2.117, cf. 116 ; ἀκταῖσιν ὁρμεῖ, δαρὸν ἐκ Τροίας χρόνον ἄλαισι πλαγχθείς Or. 56; of an exile, Ἄργεϊ νάσθη πλαγχθείς Il. 14.120; γένεσις καὶ ὄλεθρος τῆλε μάλʼ ἐπλάχθησαν have been banished afar, 8.28 : metaph., ὁ νέος . . ὑπὸ τῆς τύχης . . πλάζεται, ὁ δὲ γέρων καθάπερ ἐν λιμένι τῷ γήρᾳ καθώρμικεν Sent.Vat. 17; so perh. ἔνθα δύω νύκτας δύο τʼ ἤματα κύματι πηγῷ πλάζετο Od. 5.389 (v. infr. II). 2. baffle, thwart, balk, esp. mentally, οἵ με μέγα πλάζουσι καὶ οὐκ εἰῶσʼ ἐθέλοντα Ἰλιου ἐκπέρσαι . . πτολίεθρον Il. 2.132 ; πλάζε δὲ πίνοντας balked or bewildered them as they drank, Od. 2.396; πίνοντες ἐπλάζοντο, i.e. became drunk, Fr. 166 ; μαινομένῳ πιτύλῳ πλαγχθείς HF 1189 (lyr.) ; ὁκόσα ἰνδαλμοῖσι διαλλάττοντα ἀνὰ τὸν ἠέρα πλάζει ἡμέας Ep. 18 ; embarrass, trip up, πλάζει τὸν παῖδα τὰ σάνδαλα AP 7.365 () ; ἐπλάζοντο πρὸς οὐδένα σκοπόν wavered aimlessly, Mar. 36. 3. Pass., go astray, πλαγχθέντα ἧς ἀπὸ νηός Od. 6.278 : c. gen., ἁμαξιτοῦ Rh. 283 ; μανδρῶν πλαζομένων χοίρων τρειῶν Supp.Epigr. 4.647.6 (Maeonia, ii A. D.). b. lose, be deprived of, ὀμμάτων ἐπλάγχθη Th. 784 (lyr., ἀπʼ ὀμμ. codd.). 4. Pass., wander, rove, πλάζομαι ὧδʼ Il. 10.91 ; ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη Od. 1.2 ; πῇ . . πλάζομαι; 13.204, cf.3.95, 16.64 ; ἐπὶ πόντον πλαζόμενοι κατὰ ληΐδʼ 3.106; πλάζεσθαι μετʼ ἐκεῖνον 16.151 ; ἀλλά πῃ ἄλλῃ πλάζετʼ ἐπʼ ἀνθρώπους 3.252; κατὰ δὲ πτόλιν αὐτὸς ἀνάγκῃ πλάγξομαι 15.312 ; οἱ πλαζόμενοι the planets, 97a: never in Com. or correct Att. Prose. II. μέγα κῦμα πλάζʼ ὤμους καθύπερθε struck his shoulders, Il. 21.269: here and in Od. 5.389 (v. supr. I.1 fin.) (ap. An.Ox. 1.149) took πλάζω [ᾱ by nature] as a dialectal form of πλήσσω, perh. rightly; cf. ἐπιπλάζω, προσπλάζω. (In signf. I related to πλάγιος as ἅζομαι to ἅγιος; for πλαγξ-, πλαγχθ- codd. sts. have πλαξ-, πλαχθ-, as v.l., Il. 1.59, Od. 1.2, 9.81 (παρ-), 8.28 ; in signf. II perh. a different word.)
‹ All lexicon entries