μέμονα

memona

mṇ

Appears 13 times across Homer's epics.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

μέμονα, redupl. pf. (with pres. sense) of root μεν-, weak form μᾰ- (fr. A. mṇ-), cogn. with μένος (cf. Il. 5.135, 136), μαίνομαι: 1sg. μέμονα Il. 5.482; 2sg. μέμονας 9.247, al.; 3sg. μέμονε, μέμονεν, 12.304, 18.176, al.; 2dual μέμᾰτον 8.413; 1pl. μέμᾰμεν 9.641; 2pl. μέμᾰτε 7.160; 3pl. μεμάᾱσι 10.208,236, al.; 3sg. imper. μεμάτω [ᾰ] 20.355; inf. μεμονέναι Hdt. 6.84; μεμάμεν Hsch.: plpf. 3sg. μεμόνει prob. cj. in Theoc. 25.64 (μέμοινε, μέμαεν codd.); 3pl. μέμᾰσαν Il. 13.337: mostly in pf. part. μεμᾰώς 5.301, al. (μεμᾱώς nom. sg. masc. only Il. 16.754); which in Ep. and Lyr. retains ω in oblique cases, μεμᾰῶτος, μεμᾰῶτες, exc. where we have μεμᾱότες, μεμᾱότε [ā metri gr.], Il. 2.818, 13.197; fem. μεμᾰυῖα 4.440, al. (μεμᾱότας is dub. l. in Pi. O. 1.89):—to be furiously or very eager, c. pres. inf., λάβε φαίδιμος Ἕκτωρ ἑλκέμεναι μεμαώς Il. 18.156; μάλιστα δὲ φαίδιμος Ἕκτωρ ἑλκέμεναι μέμονεν ib. 176; μέμονέν τε μάχεσθαι Od. 20.15; μέμασαν δὲ μάχεσθαι Il. 13.135; ἀλεξέμεναι μεμαῶτα 1.590; ἐρεσσέμεναι μεμαῶτες 9.361; θεοὶ μεμαῶτα νέεσθαι ἔσχον Od. 4.351; τοῦ . . μεμάασιν ἀκουέμεν ὁππότʼ ἀείδῃ 17.520; μέμαμεν δέ τοι ἔξοχον ἄλλων κήδιστοί τʼ ἔμεναι καὶ φίλτατοι we would fain be, Il. 9.641: c. aor. inf., ἀποκτάμεναι μεμάασιν 20.165; μεμαὼς πόλιν ἐξαλαπάξαι 4.40; διαπραθέειν μεμαῶτες 9.532; γούνων ἅψασθαι μεμαώς 21.65; ἐξελθεῖν μεμαῶτα 22.413; Λυκίους ὀτρύνω καὶ μέμονʼ αὐτὸς ἀνδρὶ μαχήσασθαι 5.482; ἀμφελίξασθαι μεμαῶτες Pi. N. 1.43: inf. omitted, ἐπεὶ μεμάασί γε πολλοί (sc. ἕταροί σοι γενέσθαι) Il. 10.236: abs., rage, ἵνα τε δόρατα μέμονε δάϊα E. IA 1495 (lyr.); γαστέρα . . μεμαυῖαν ravenous, Od. 17.286; βῆ μεμαώς he strode on eagerly, Il. 10.339; ἕλκʼ ἐπὶ οἷ μεμαὼς ὥς τε λίς 11.239; ἆλτʼ ἐπί οἱ μεμαώς 21.174, cf. 22.326; ἐν πέτρᾳ μεμαώς, of a fisher, expectant, Theoc. 21.42: with Adv. of direction, πῇ μέματον; whither so fast? Il. 8.413; πῇ μεμαυῖα κατʼ Οὐλύμπου τόδʼ ἱκάνεις; 14.298; πρόσσω μεμαυῖαι pressing forward, 11.615; ἀντικρὺ μεμαώς 13.137; ἰθὺς μεμαῶτι 22.284: so c. dat. instrum., μεμαότες ἐγχείῃσι 2.818. 2. to be minded, purpose, intend: c. pres. inf., οὔ ῥά τʼ ἀπείρητος μέμονε σταθμοῖο δίεσθαι has no mind to be chased, Il. 12.304; ἀλλʼ ἄνα, εἰ μέμονάς γε καὶ ὀψέ περ υἷας Ἀχαιῶν τειρομένους ἐρύεσθαι (perh. fut. inf.) 9.247; ποσσῆμαρ μέμονας κτερεϊζέμεν Ἕκτορα δῖον; 24.657; ἢ καταλείψουσιν . . ἦε μένειν μεμάᾱσι 22.384, cf. 10.208, 409, Od. 5.375: c.aor. inf., πῇ τʼ ἂρ μέμονας καταδῦναι ὅμιλον; Il. 13.307; εἰ . . μέματον καταδῦναι ὅμιλον 10.433: c. fut. inf., sts. with sense of hoping, expecting, presuming, πῶς δὲ σὺ νῦν μέμονας, κύον ἀδεές, ἀντίʼ ἐμεῖο στήσεσθαι; 21.481; ἀλλʼ ἄγε, πῶς μέμονας πόλεμον καταπαυσέμεν ἀνδρῶν; 7.36, cf. 2.543, 12.197, 200, 218; οὕτω δὴ μέμονας Τρώων πόλιν εὐρυάγυιαν καλλείψειν (ἐκπέρσειν Zenod.); 14.88, cf. 15.105; μέμονέν τε μάλιστα μητέρʼ ἐμὴν γαμέειν καὶ Ὀδυσσῆος γέρας ἕξειν Od. 15.521; σίτῳ ἐπιχειρήσειν μεμαῶτες 24.395: c. acc. cogn., μέμονεν δʼ ὅ γε ἶσα θεοῖσι deems himself a match for . . , Il. 21.315; τί μέμονας; what wishest thou ? A. Th. 686 (lyr.): c. gen., μεμαυἶ ἔριδος καὶ ἀϋτῆς Il. 5.732; μεμαότε θούριδος ἀλκῆς mindful of . . , 13.197 (cf. μεδώμεθα θούριδος ἀλκῆς 5.718); ἦ τινα καὶ Δαναῶν, ἀλκῆς μάλα περ μεμαῶτα, σχήσω ἀμυνέμεναι 17.181 (unless ἀλκῆς goes only with σχήσω), cf. 9.655, 20.256, Od. 22.172: abs., διχθὰ δέ μοι κραδίη μέμονε Il. 16.435; δίδυμα μέμονε φρήν E. IT 655 (lyr.).
‹ All lexicon entries