κομάω

komao

let the hair grow long

Appears 42 times across Homer's epics.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

κομάω, Ion. κομ-έω, (κόμη) A. let the hair grow long, Ἄβαντες ὄπιθεν κομόωντες Il. 2.542; κάρη κομόωντες Ἀχαιοί 3.43, al.; κ. τὴν κεφαλήν Hdt. 4.168; τὰ ὀπίσω κ. τῆς κεφαλῆς ib.180; τὰ ἐπὶ δεξιὰ τῶν κεφαλέων κ. ib.191; τὸ γένειον τῇ κεφαλῇ ὁμοίως κ. X. Smp. 4.28; ξανθοτάτοις βοτρύχοισι κ. Pherecr. 189; ἄρσεσιν οὐκ ἐπέοικε κ. Ps.-Phoc. 212; Λακεδαιμόνιοι . . οὐ γὰρ κομῶντες πρὸ τούτου ἀπὸ τούτου κομᾶν Hdt. 1.82, cf. Arist. Rh. 1367a29, Philostr. VA 3.15; ἐλακωνομάνουν ἅπαντες . . , ἐκόμων Ar. Av. 1282; μὴ φθονεῖθʼ ἡμῖν (sc. τοῖς ἱππεῦσι) κομῶσι Id. Eq. 580; κομῶν καὶ αὐχμηρός Arist. Rh. 1413a9, cf. D.H. 6.26; ἔνορκον ἂν ποιησαίμην μὴ πρότερον κομήσειν (in token of a vow) πρίν . . Pl. Phd. 89c; ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι· γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν 1 Ep.Cor. 11.14-15. 2. plume oneself, give oneself airs, τοιοῦτος ἀνὴρ ὢν ποιητὴς οὐ κομῶ Ar. Nu. 545, cf. Pl. 170; οὗτος ἐπὶ τυραννίδι ἐκόμησε aimed at the monarchy, Hdt. 5.71; ἐπὶ τῷ κομᾷς; on what do you plume yourself? Ar. V. 1317; μηδὲν ταύτῃ γε κομήσῃς Id. Pl. 572; κ. ἐπὶ κάλλει Plu. Caes. 45, cf. Luc. Nigr. 1; ἐπʼ Ἠρίννῃ κ., of her lover, AP 11.322 (Antiphan.): c.dat., Opp. C. 3.192. II. of horses, χρυσέῃσιν ἐθείρῃσιν κομόωντε Il. 8.42, 13.24. III. of the hair itself, to be long, Opp. C. 3.28. IV. metaph., of trees, plants, etc., [οὖθαρ ἀρούρης] μέλλεν ἄφαρ ταναοῖσι κομήσειν ἀσταχύεσσιν soon were the fields to wave with long ears, h.Cer. 454; μᾶζαι βώλοις κομῶσαι Cratin. 165; ἁ δὲ καλὰ νάρκισσος ἐπʼ ἀρκεύθοισι κομάσαι Theoc. 1.133, cf. 4.57; αἴγειρος φύλλοισι κομόωσα A.R. 3.928; ὄρος κεκομημένον ὕλῃ Call. Dian. 41; ἡ γῆ φυτοῖς κομῶσα Arist. Mu. 397a24, cf. Ael. Fr. 75; κομῶντα λήϊα Procop.Gaz. Ep. 23. V. ἀστέρες κομόωντες, = κομῆται, Arat. 1092.
‹ All lexicon entries