κλείω
kleio
shut, close, bar
Appears 7 times across Homer's epics.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
κλείω (A), fut. κλείσω An. 4.3.20 (ἀπο-), Or. 22.7; rare fut. κατα-κλιῶ, v. κατακλείω: aor. ἔκλεισα An. 7.1.36, Ep. 348b: pf. κέκλεικα Char. 18.4, 1 Ki. 23.20, Tox. 30: plpf. ἐκεκλείκειν Hann. 47:—Med., aor. 1 ἐκλεισάμην (κατ-) Cyr. 7.2.5, (ἐγ-) HG 6.5.9:—Pass., fut. κλεισθήσομαι (συγ-) ib.5.2.19: aor. ἐκλείσθην 23.110, etc.: pf. κέκλειμαι (later κέκλεισμαι f.l. in V. 198) (v. infr.):—Ion. κληΐω (ἀπο-) 4.7: aor. ἐκλήῑσα Od. 24.166, (ἐξ-) 1.144, Ep. κλήῑσα Od. 19.30; inf. κληῗσαι 21.382:— Med., fut.κληΐσσομαι cj. in D. 2.310:—Pass., aor. ἀπ-εκληΐσθην 1.165, 3.55, 58: pf. κεκλήϊμαι 2.121.βʹ, cf. 3.117, 7.129 (with vv.ll.): plpf. ἀπ-εκεκλέατο 9.50 codd.:—old Att. κλῄω (also Trag., cf. An.Ox. 1.226), fut. κλῄσω 4.8: aor. ἔκλῃσα Or. 1447 (lyr.), 2.4, R. 560c: pf. κέκλῃκα (ἀπο-) Av. 1262:—Med., fut. κεκλῄσομαι Lys. 1071: aor. περι-κλῄσασθαι 7.52:—Pass., aor. ἐκλῄσθην (κατ-, ξυν-) 1.117, 4.67, etc.: pf. κέκλῃμαι (v. infr.):— Dor. fut. κλᾳξῶ 6.32: aor. ἀπό-κλᾳξον, -κλᾴξας, 15.43, 77, ἔκλᾳξε 7.2, cf. κλάκαι (leg. κλᾷσαι) · κλεῖσαι, :—Med., impf. κατ-εκλᾴζετο 18.5:—Pass., aor. κατ-εκλᾴσθην 7.84, but part. συγκατα-κλαιχθείς Chron.Lind.D. 62: pf. 3pl. κατα-κέκλᾱνται 141.—Cf. κλῄζω (B). (κλείς):—A. shut, close, bar, (only in Od.), κλήϊσεν δὲ θύρας barred the doors, 21.387; ἐκλήϊσεν ὀχῆας shot the bars, so as to close the dooe door, 24.166; κλῄειν πύλας HF 997, R.l.c., etc.; κ. πηκτὰ δωμάτων Ach. 479; κλεῖδες . . , αἷς τὰς θύρας κλείουσιν 7; Ἐτεοκλέους . . κλῄσας στόμα Ph. 865; κανθώς Cerc.l.c.; λάρυγγα 6.65:—Pass., βλέφαρα κέκλῃται Fr. 711; ψυχῆς ἀνοῖξαι τὴν κεκλῃμένην πύλην Fr. 393; κεκλειμένης σου τῆς παρρησίας οὐ κιγκλίσιν . . , ἀλλὰ . . ὀφλήμασι 25.28. 2. shut up, close, block up, Βόσπορον κλῇσαι Pers. 723 (troch.); κλῄσειν ταῖς ναυσὶν τοὺς ἔσπλους 4.8:—Pass., 2.121.βʹ; τὰ ἐμπόρια κεκλῇσθαι 22.14; κεκλειμένων τῶν ἐμπορίων 2.16. II. shut in, enclose, πόλιν . . πύργων μηχανῇ κεκλῃμένην Supp. 956; cf. κλῄζω (B). III. confine, πλάστιγξ αὐχένα πώλων ἔκλῃε Rh. 304:— Pass., to be confined, χέρας βρόχοισι κεκλῃμένα Andr. 502 (lyr.): metaph., ὅρκοις κεκλῄμεθα Hel. 977. 2. deliver bound, τινὰ εἰς τὰς τοῦ βασιλέως χεῖρας 1 Ki. 23.20.
‹ All lexicon entries