καταδέω

katadeo

bind on or to, bind fast

Appears 13 times across Homer's epics.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by book & line — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

καταδέω (A), fut. -δήσω,
bind on or to, bind fast, πρυμνήσια, ἱστόν, Il. 1.436 (tm.), Od. 2.425 (tm.); ἵππους μὲν κατέδησαν . . ἱμᾶσι φάτνῃ ἐφʼ ἱππείῃ Il. 10.567; ἐπʼ ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν 8.434; ἐμὲ μὲν κατέδησαν . . ἐνὶ νηΐ Od. 14.345; κ. λάρνακας Hdt. 3.123:—Pass., καταδεδεμένος τοὺς ὀφθαλμούς Hdt. 2.122; ἐν φόβῳ καταδεθεῖσα E. Ion 1498 (lyr.) (so μανίη καταδεῖ τινα Hermesian. 7.85); καταδεῖται ψυχὴ ὑπὸ σώματος Pl. Phd. 83d; γλῶττα -δεδεμένη Arist. HA 492b32:—Med., bind to oneself, ἀγχόνιον βρόχον κατεδήσατο E. Hel. 687 (lyr.); σπόγγους περὶ τὰ ὦτα Arist. Pr. 960b15: metaph., ἀριθμῷ καταδήσασθαι tie up for oneself in lots, D.H. Rh. 11.3; καταδησαμένη τινὰ ὁρκίοις Parth. 12.3.
b. κ. τι ἀπό or ἔκ τινος, metaph., establish securely, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν ὠφέλειαν ἀπὸ [τοῦ συλλογισμοῦ] Procl. in Alc. p.252 C., cf. Simp. in de An. 15.34.
2. bind up, θραῦμα, τραύματα, LXX Si. 27.21, Ev.Luc. 10.34.
3. put in bonds, imprison, Hdt. 3.143, Th. 8.15, Pl. Ti. 70e, etc.; κ. τὴν ἐπὶ θανάτῳ (sc. δέσιν) Hdt. 5.72.
4. convict of a crime, opp. ἀπολύω, c. inf., κ. τινὰ φῶρα εἶναι Hdt. 2.174, cf. 4.68.
II. tie down, stop, check, ἀνέμων κατέδησε κελεύθους or κέλευθα, Od. 5.383, 10.20; ὅς μοι ἐφορμήσας ἀνέμους κατέδησε κελεύθου 7.272, cf. 4.380; τοῦ γε θεοὶ κατὰ νόστον ἔδησαν 14.61.
III. bind by spells, enchant (with fut. -δήσομαι Theoc. 2.3), Din. Fr. 6.7 (Pass.), SIG 1175.2 (iv/iii B.C.), etc.; κ. τὸ ἐργαστήριόν τινος Tab.Defix. 71.2 (iii B.C.); κ. τινὰ γλῶτταν καὶ ψυχὴν καὶ λόγον Tab.Defix.Aud. 49.1 (iv/iii B. C.); γοητεῦσαι καὶ κ., of Cleopatra, D.C. 50.5:—Pass., Tab.Defix. 107a2, Clearch. 38, Plu. Isid. 2.378f; cf. καταδηνύω, καταδίδημι.
‹ All lexicon entries