συκοφαντέω
sykophanteo
to be a
Appears 4 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
συκοφαντέω, A. to be a συκοφάντης 1, παππῷος ὁ βίος συκοφαντεῖν ἐστί μοι Av. 1452, cf. Ach. 828, Ec. 562, al., 22.1, 15.23, 21.5, al., 53.1, 55.1, al., Epit. 1, al.; ς κατʼ ἀγοράν 32.16: c. acc. pers., prosecute vexatiously, blackmail, συκοφαντεῖς τοὺς ξένους; Av. 1431, cf. V. 1096 (lyr.); τοὺς συμμάχους 15.318; ἑτέρους ἔσειε καὶ ἐσυκοφάντει 6.43; σ. τοὺς τὰς οὐσίας ἔχοντας Pol. 1304b22, cf. 19.9 (Pass.); συκοφαντοῦμαι νῦν ὑπʼ αὐτῶν ἀδίκως Fr. 43, cf. Oec. 11.21, Char. 23.4; ἰδόντες . . σε ὑπὸ Δημέου συκοφαντούμενον PMich.Zen. 57.2 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 212.4, 628.3 (iii B.C.), CPR 232.3 (ii/iii A.D.); freq. of blackmail by officials, PTeb. 43.26, 789.21 (ii B.C.), UPZ 112i4, 113.10,16 (ii B.C.); συκοφαντῆσαι ἡμᾶς καὶ διασεῖσαι BGU 1756.11 (i B.C.); μηδένα διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε Ev.Luc. 3.14, cf. CPR 238.6 (ii A.D.), PFlor. 382.57 (iii A.D.); τοῦ συκοφαντῆσαι ἡμᾶς to seek occasion against us, oppress us, Ge. 43.18; ὁ συκοφαντῶν πένητα ib.Pr. 14.31; accuse falsely, ταυτὶ γὰρ συκοφαντεῖσθαι τὸν Ἕκτορα ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου that is a false charge brought against Hector by Homer, Her. 12b; κύριε Γάϊε, συκοφαντούμεθα 2.598, cf. 1.145, 38.28, al.: c. acc. et gen., τὸν θεὸν ὀλιγωρίας Fr. 40: c. acc. rei, denounce as contraband, Μεγαρέων τὰ χλανίσκια Ach. 519; extort by false charges or threats, τριάκοντα μνᾶς 26.24; εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν Ev.Luc. 19.8: abs., 18.10. 2. criticize in a pettifogging way, τοὺς ποιητάς Po. 1456a5, cf. Th. 52, Dem. 34, 26.1; lay verbal traps for one, τὸν ῥήτορα βουλόμενος δικαίως ἐξετάζειν καὶ μὴ σ. 18.232; σ. Θρασύμαχον R. 341c; ὑποσκελίζειν καὶ σ. 18.138: c. acc. rei, quibble about, μὴ τὰ συμβάντα συκοφάντει ib.192; σ. τὸ πρᾶγμα 23.61, Dem. 25; carp at, stint, τὸν ἐπὶ τοῖς καλλίστοις ἔργοις ἔπαινον 4.8: abs., quibble, R. 341b, Top. 139b26, 157a32, 20.62. II. = κνίζω ἐρωτικῶς, 255, 1071.
‹ All lexicon entries