στρατεύω
strateuo
advance with an army
Appears 18 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
στρατεύω, (στρατός) A. advance with an army or fleet, wage war, or rulers, officers, or men, Κροῖσος ἐνένωτο -εύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας 1.77; Θηβαῖοι . . ἐστράτευον ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας 6.108, cf. 7 (v.l.), 3.7, OGI 327.2 (Pergam., ii B.C.), etc.; οἱ Ἀθηναῖοι -εύσαντες ἐς Πλάταιαν 2.6; Καρχηδόνιοι -εύσαντες ἐπὶ Σικελίαν HG 1.1.37; εἰς Σικελίαν -εύσαντες ib.1.5.21; ἐστράτευσαν πρὸς Ἄβυδον ib.1.2.16; σ. ὅποι Κῦρος ἐπαγγέλλοι Cyr. 7.4.9: c. acc. cogn., οἶσθʼ ἣν στρατείαν ἐστράτευσʼ ὀλεθρίαν (sc. ἐγὼ Ἄδραστος) Supp. 116; Λακεδαιμόνιοι . . τὸν ἱερὸν καλούμενον πόλεμον ἐστράτευσαν 1.112; metaph., ἑνὸς δʼ ἐπʼ ἀνδρὸς δώματα στρατεύομεν (Iris et Lyssa loq.) HF 825 (nisi leg. σῶμα συστρατεύομεν):—so in Med., στρατεύομαι 7.61, etc.: fut. -εύσομαι ib.11, 8.23: aor. ἐστρατευσάμην 1.204, Aj. 1111, 5.144, etc.; also ἐστρατεύθην P. 1.51, 1.9.13: pf. ἐστράτευμαι 4.29, etc.; Boeot. 3pl. pf. Med. ἐστροτεύαθη IG 7.3174.27 (Orchom. Boeot.), al.: εἰ μὴ στρατεύοισθʼ ἐς τὸν Ἑλλήνων τόπον Pers. 790; -εύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην [Ἀθηναῖοι] 7.11; οἱ δὲ -ευόμενοι οἵδε ἦσαν, Πέρσαι μέν . . ib.61, cf. 64,66, al.; ἐστρατευμένοι γάρ εἰσι they have been soldiers, have seen war-service, Ra. 1113, cf. IG 12.1.3, 18.9, 9.4; ψιλὸς αὖ στρατεύσομαι Th. 232, cf. 117.8; ὁπλίτης σ. Mem. 3.4.1; ἐκ καταλόγου σ. ibid.; ὅταν ἡλικίαν ἐκπέμπωσι προγράφουσιν ἀπὸ τίνος ἄρχοντος καὶ ἐπωνύμου μέχρι τίνων δεῖ στρατεύεσθαι Ath. 53.7; σφι ἐδόκεε -εύεσθαι ἐπὶ τὰς Θήβας 9.86; ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου -εύονται . . πέρην ἐς τοὺς Σίνδους 4.28; σ. μετά τινων IA 967; ὑπὲρ τῆς πόλεως R. 429b; τῆς σῆς οὕνεκʼ . . γυναικός Aj. 1111; ὑπό τινι Cam. 2; ἐπʼ Αἴγυπτον 3.139; ἐς τὴν Ἀσίην 1.4, cf. 3.30, etc.; κατὰ Ἐφεσίων OGI 437.70 (Pergam., i B.C.); πρὸς τὴν τῶν Ὀλυνθίων πόλιν HG 5.3.3; μισθοῦ σ. Cyr. 3.2.7; πανδημεὶ ἔξω σ. Lg. 814a; opp. ἐπιδημεῖν, 20.21; opp. δημηγορεῖν, 4.22; στρατευσάμενος,= a militiis, 14.716 (Naples): c. acc. cogn., τὰς στρατείας -ευόμενος 10.25. 2. Med., serve in the army, τυΐ πρᾶτον ἐστροτεύαθη the following have joined the army for the first time, IG 7 l.c.; μηδεὶς ἐαθῇ -εύσασθαι to join the army, UPZ 110.162 (ii B.C.), cf. Sammelb. 7354.6 (ii A.D.), BGU 1680.9 (iii A.D.); οἱ -ευόμενοι Ἕλληνες the Greeks who are in the army, 5.168 (ii B.C.).—In codd. vary between Act. and Med., as in 6.7, 108; in Att. and later Gr. (PGrenf. 1.21.3 (ii B.C.), PTeb. 5.168 (ii B.C.), etc.) the Med. is much the more freq. II. later, in Act., take or receive into the army, enroll, enlist, 25.12, BC 1.42, 2.141, 5.137, 2.14.6:— Pass., τῶν νεολέκτων τῶν -ευθέντων ὑφʼ ἡμῶν POxy. 1103.5 (iv A.D.); ὁ νῦν -ευθεὶς τίρων PLond. 2.237.31 (iv A.D.). III. v. στραγγεύομαι.
‹ All lexicon entries