στοχάζομαι
stochazomai
aim
Appears 18 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
στοχάζομαι, Pl Grg. 465a, etc.: impf. ἐστοχαζόμην Euthd. 277b: fut. -άσομαι Ep. 6.10, 10.6: aor. ἐστοχασάμην Grg. 464c, VM 9: pf. ἐστόχασμαι Lg. 635a, HA 571a27:— uses this pf., as also aor. ἐστοχάσθην, in pass. sense, pf. in 10.885, 11.35, aor. in 13.713, cf. ap. 7.26.40; ἐστοχάσθην in act. sense, 1.3 (cod. L): (στόχος):—A. aim or shoot at, c. gen., [σκοποῦ] R. 519c, Isoc.l.c.; δίκην τοξότου σ. τινός Lg. 706a; ἄλλου στοχαζόμενος ἔτυχε τούτου aiming at another man hit the deceased, 2.1.4; σ. ἀνθρώπων Cyr. 1.6.29. 2. metaph., aim at, endeavour after, μέτρου VM 9; τοῦ ἡδέος Grg. 465a; τοῦ μεγίστου ἀγαθοῦ R. 462a; τῆς σωτηρίας Lg. 962a; ἡ φύσις ἐστόχασται ἑκάστου οὐδέν τι ἔλασσον τῆς ἀπολήξεως ἢ τῆς ἀρχῆς 8.20; τοῦ γέλωτα ποιῆσαι EN 1128a6; τοῦ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γινομένου Id HA l.c.; σ. τῶν μάλιστα φίλων κριτῶν aim at having them as judges, Cyr. 8.2.27; so τῆς τοῦ δήμου βουλήσεως 6.16.5; τῶν πολιτῶν 2 Ma. 14.8; also πρός τι Lg. 693c, cf. 962d; οὕτω σ. ὅπως . . Art. 4, cf. 138, SIG 609.7 (Delph., ii B.C.), PTeb. 27.70 (ii B.C.). II. endeavour to make out, guess at a thing, c. gen., τῆς τότε διανοίας τοῦ τιθέντος αὐτὰ ἐστοχάσθαι Lg. 635a; τῆς τῶν θεῶν σ. διανοίας 1.50; σ. τοῦ συμβουλευομένου guessing at the mind of their consultant, La. 178b: abs., make guesses, feel oneʼs way, εὖ γε στοχάζει Ant. 241 codd.; στοχαζομένη τὰ συμφέροντα ἐκπληροῦν by guessing, Mem. 2.2.5; οὐ γνοῦσα, ἀλλὰ στοχασαμένη Grg. 464c, cf. Phlb. 56a; calculate, 2.1; infer, ἔκ τινος SIG 601.13 (Teos, ii B.C.), 1.14.2, al.; διά τινος 3.68.10; ἀπό τινος 1.1: c. acc. et inf., στοχαζόμεθα τὸν Δημήτριον μὴ κατειληφέναι Ζηνόδωρον ἐν πόλει PCair.Zen. 367.13 (iii B.C.), cf. POxy. 931.9 (ii A.D.): c. acc., survey, explore, ὁδόν De. 19.3; αἰῶνα ib.Wi. 13.9; guess at. τοὺς πλησίον ib.Si. 9.14; τοιοῦτον τὸν κόσμιον στοχάζου expect the κόσμιος to be like that, 2.60. 2. have regard to, c. gen., Bel. 102.8. III. = φείδομαι, condemned by Sol. 7.
‹ All lexicon entries