στέφω
stepho
put round
Appears 3 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
στέφω, Od. 8.170, Ant. 431, Fr. 103: impf. ἔστεφον Il. 18.205, Th. 50; στέφον Op. 75: fut. στέψω Aj. 93, Tr. 576 (anap.): aor. ἔστεψα Phd. 58c:—Med., fut. στέψομαι 15.676d: aor. ἐστεψάμην AP 9.363.3 (), Rh. 1.6, etc., (ἐπ-) Il. 1.470:—Pass., fut. στεφθήσομαι Protr. 13: aor. ἐστέφθην Hel. 1360 (lyr.): pf. ἔστεμμαι Supp. 345, Phd. 58a, etc.; Ion. pf. part. ἐστεθμένος Schwyzer 725 (Milet., vi B.C.), cf. στέθματα.—στεφανόω is more freq., esp. in Prose:—A. put round, ἀμφὶ δέ οἱ κεφαλῇ νέφος ἔστεφε δῖα θεάων Il. 18.205; ἀλλὰ θεὸς μορφὴν ἔπεσι στέφει Od. 8.170; μνημεῖα πρὸς ἅρμʼ Ἀδράστου χερσὶν ἔστεφον hung them round it, Th. 50; λάφυρα δαΐων . . ἁγνοῖς δόμοις στέψω πρὸ ναῶν ib.279:—Med., put round oneʼs head, ποίην AP 9.363 (); σκόροδα prob. in 15.676d; κύκλους ἐλαίης A. 325; ἰούλους Anacreont. 42.10. II. encircle, crown, wreath, τινὰ ἄνθεσι Op. 75; σε παγχρύσοις λαφύροις Aj. 93; κρᾶτα μυρσίνης κλάδοις Alc. 759; ἐρίῳ R. 398a; κάρα κισσῷ Ba. 341; σ. τὴν πρύμναν τοῦ πλοίου Phd. 58c; νεκρόν 799; στήλην Epigr. 8, cf. AP 7.657 (); ὁ στρατηγὸς ἔστεψέν [τινα] εἰς γυμνασίαρχ[ον] Wilcken Chr. 41 ii 8 (iii A.D.):— Med., στέφου κάρα crown thy head, Ba. 313; ἀμφὶ δὲ φύλλοις στεψάμενοι 1.1124; βάκχοισιν κεφαλὰς περιανθέσιν ἐστέψαντο Fr. 130:—Pass., to be crowned, Supp. 345; τινι with a thing, Eu. 44; τινος D. 5.282: with acc. of the games in which the prize is won, στεφθεὶς παγκράτιον CIG 4380m10 (Oenoanda); ἔστεψαι τὰ Ὀλύμπια Merc.Cond. 13; ποσσάκις ἐστέφθης δρόμον; IG 14.1603 (Rome); στεφθεὶς στάδιν ( = στάδιον) ib.1108 (ibid.); of a magistracy, στεφέσθω Ἀχιλλεὺς κοσμητείαν PRyl. 77.34 (ii A.D.):— Med., Ἴσθμια καλλικόμοις στεψάμενον πίτυσιν Fr. 290; στεψάμενοι σταδίοις APl. 16.371. 2. wreathe a bowl or cup with leaves, 119.6, cf. Fr. 380; γυλλὸς ἐστεμμένος SIG 57.26 (Milet., v B.C.); γυλλοὶ ἐστεθμένοι Schwyzer l.c. 3. crown or honour with libations, χοαῖσι τρισπόνδοισι τὸν νέκυν σ. Ant. 431; τύμβον λοιβαῖσι . . στέψαντες El. 53; ὅπως . . αὐτὸν ἀφνεωτέραις χερσὶ στέφωμεν ib.458, cf. Or. 1322. III. Pass., στέφανον τὸν ἐκ τῆς βύβλου στεφόμενον twined of papyrus, 15.676d codd.:—Act., στέφουσα, title of a statue by Praxiteles, v.l. for στεφανοῦσα in HN 34.70. (τὸ στέφειν πλήρωσίν τινα σημαίνει Fr. 101 (arguing from ); cf. ἐπιστέφω, ἐπιστεφής; the orig. sense and etym. are doubtful.)
‹ All lexicon entries