σπουδή
spoude
haste, speed
Appears 38 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
σπουδή, ἡ, (σπεύδω) A. haste, speed, σπουδὴν ἔχειν make haste, 9.89; σ. ἔσται τῆς ὁδοῦ haste on the journey, 7.77; ὅκως ἂν αὐτὸν ὁρῶσι σπουδῆς ἔχοντα 9.66; χωρίον . ., οἷ σπουδὴν ἔχω whither I am hastening, Lys. 288; τοῖς μήτε σχολὴν μήτε σπουδὴν διαγινώσκουσιν Char. 3.6; σπουδῇ in haste, v. infr. IV; σὺν σπουδῇ ταχύς Ph. 1223; σὺν πάσῃ σ. with all dispatch, 63.5 (ii/iii A.D.); διὰ σπουδῆς Ba. 212, HG 6.2.28, etc.; ἐκ σπουδῆς Mir. 837a15; μετὰ σ. Ev.Marc. 6.25, cf. 6.4.3, etc.; κατὰ σπουδήν 1.93, 2.90, An. 7.6.28, etc. (but this sense freq. runs into the next). II. zeal, pains, trouble, effort, ἄτερ σπουδῆς Od. 21.409; σῆς ὑπὸ σ. Th. 585; σπουδῆς οὐκ ἀξία OT 778, cf. R. 604c, etc.; freq. in dat. σπουδῇ, zealously, v. infr. IV.3; so σὺν σπουδῇ Lg. 818c; σὺν πολλῇ σ. An. 1.8.4; ἐπὶ μεγάλης σ. Smp. 192c; μετὰ πολλῆς σ. Chrm. 175e; σπουδὴν ποιεῖσθαι exert oneself, take pains, be eager, 4.30; c. inf., 3.4, 7.205; σ. πολλὴν ποιέεσθαι 6.107; πᾶσαν σ. ποιήσασθαι ὅπως . . PHib. 1.71.9 (iii B.C.); σ. ποιεῖσθαι περί τινος Smp. 177c; περί τινα ib.179d; ἐπί τινι Salt. 1: c. gen., σπουδήν τινος ποιήσασθαι make much ado about . . , 1.4; σπουδαὶ λόγων κατατεινομένων zeal for the conflicting arguments, Hec. 130 (anap.); πρός τι 17.114; ἀμφὶ Κυράνας θέμεν σ. ἅπασαν P. 4.276; ὅτου χάριν σ. ἔθου τήνδʼ Aj. 13; σ. ἔχειν, c. inf., to be eager, 6.120; c. acc. et inf., 7.149; σ. ἔχειν τινός Alc. 778, 1014; περί τινος Amat. 136c; εἴς τι Med. 557; ὅπως τι γένηται Comp. 22; σ. γίγνεται περί τι Phdr. 276e; σ. ἐστι περὶ πραγμάτων 8.2; σπουδῆς καὶ βουλῆς τὰ πράγματα προσδεῖσθαι 9.46; ἡ σ. τῆς ἀπίξιος my zeal in coming, 5.49, cf. Fr. 257; ὅπλων σπουδῇ with great attention to the arms, 6.31, cf. Lg. 855d: pl., ἐπιμέλειαι καὶ σ. πλήθους γεννημάτων eagerness for . . , ib.740d; zealous exertions, Ion 1061 (lyr.), Rh. 1370a12. b. in a religious sense, zeal, πρὸς τὴν θεάν Inscr.Magn. 85.12 (ii B.C.), cf.Ep.Rom. 12.11; ἐνδείκνυσθαι σ. Ep.Hebr. 6.11. 2. esteem, regard for a person, διὰ τὴν ἐμὴν σ. 6.41; πάνυ πολλῆς σ. ἄξιος Smp. 1.6; good will, good offices, σ. ὑπέρ τινος 2 Ep.Cor. 8.16, cf. PTeb. 314.9 (ii A.D.); support in political life, Crass. 7: pl., party feelings or attachments, rivalries, σ. ἰσχυραὶ φίλων περί τινος 5.5; κατὰ σπουδάς Eq. 1370, VH 3.8; σπουδαὶ ἐρώτων erotic enthusiasms, Lg. 632a. 3. disputation, VA 4.27, 34 (in pl.). III. earnestness, σ. ἔχειν, ποιεῖσθαι,= σπουδάζειν, Ph. 901, Ra. 522; σπουδῆς μὲν μεστοί, γέλωτος δὲ ἐνδεέστεροι Smp. 1.13, cf. 2 Ep.Cor. 7.11, etc.: freq. with a Prep., in adv. sense, ἀπὸ σπουδῆς ἀγορεύεις in earnest, seriously, Il. 7.359, 12.233; μετὰ σπουδῆς, opp. ἐν παιδιαῖς, Smp. 1.1; μετά τε παιδιᾶς καὶ μετὰ σ. Lg. 887d; οὐ σπουδῆς χάριν ἀλλὰ παιδιᾶς ἕνεκα Plt. 288c, cf. Smp. 197e; καὶ χωρὶς σπουδῆς καὶ μετὰ σπουδῆς ἐπαινεῖν Rh. 1366a29. 2. object of attention, serious engagement or pursuit, σπουδὴν ἐπʼ ἄλλην Ἡρακλῆς ὁρμώμενος Supp. 1199: pl., ἔν τε παιδιαῖς καὶ ἐν σπουδαῖς Lg. 647d, cf. 732d, al. IV. σπουδῇ as Adv., in haste, hastily, προερέσσαμεν Od. 13.279; ἀνάβαινε 15.209; στρατιὴν ἄγειν 9.1, cf. 89; Dor., σπουδᾷ ἐξελθοῦσα IG 42(1).121.21 (Epid., iv B.C.); freq. in Att., σ. πάνυ 8.89, etc.; σπουδῇ ποδός Hec. 216. 2. with great exertion and difficulty, and so, hardly, scarcely, σπουδῇ ἕζετο λαός Il. 2.99, cf. 5.893, Od. 3.297; σ. παρπεπιθόντες Il. 23.37, Od. 24.119. 3. earnestly, seriously, urgently, τί με καλεῖς σπουδῇ; Ph. 849; σπουδῇ ἀκούειν R. 388d; σ. χαριεντίζεσθαι Ap. 24c; πάνυ σ. attentively, Phd. 98b; πολλῇ σ. very busily, 1.88, Th. 791, Cyr. 4.5.12, etc.; πάσῃ σ. μανθάνειν Lg. 952a, etc.
‹ All lexicon entries