σαθρός
sathros
unsound
Appears 6 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
σαθρός, ά, όν, A. unsound, σκυτέες τὰ σ. ὑγιέα ποιέουσι Vict. 1.15; of diseased or unsound parts of the frame, τὰ σ. ὑπὸ τῶν ἰητρῶν ὑγιαίνονται ibid.; γάλλοι καὶ σ. impotent, 244 (ii A.D.). 2. of a vessel, cracked, opp. ὑγιής, εἴ πῄ τι σαθρὸν ἔχει, πᾶν περικρούωμεν Phlb. 55c; εἴτε ὑγιὲς εἴτε σ. φθέγγεται Tht. 179d; ἀγγεῖα τετρημένα καὶ σ. Grg. 493e; πίθοι σαθροί prob. in IG 12.326.7; [φωναὶ] σαθραὶ καὶ παρερρυηκυῖαι Aud. 804a32: metaph., ἡ κολακεία σαθρὸν ὑπηχεῖ 2.64e. 3. metaph., σ. κῦδος unsound fame, N. 8.34; πρίν τι καὶ σαθρὸν μετεξετέροισι ἐγγενέσθαι before any unsound thought comes into their heads, i.e. before they prove traitors, 6.109; σ. λόγοι Hec. 1190, Rh. 639; τί τοῦτʼ αἴνιγμα σημαίνεις σ.; Supp. 1064; τοῦτʼ ἐς γυναῖκας δόλιόν ἐστι καὶ σαθρόν Ba. 487; σ. μετάβασις Lg. 736e; σ. ἐστι . . πᾶν ὅ τι ἂν μὴ δικαίως ᾖ πεπραγμένον 18.227; εὕροιμʼ ἂν ὅπῃ σαθρός ἐστι Euthphr. 5c; εὑρήσει τὰ σαθρὰ τῶν ἐκείνου πραγμάτων ὁ πόλεμος 4.44; τὰ σ. τῆς τυραννίδος Dio 23. Adv., σαθρῶς ἱδρυμένος built on unsound foundations, EN 1100b7.
‹ All lexicon entries