πτοέω
ptoeo
terrify, scare
Appears 3 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πτοέω and πτοιέω, fut. -ήσω AP 7.214 (): Ep. aor. ἐπτοίησα, Aeol. ἐπτόαισα (v. infr.):—Pass., Ep. aor. ἐπτοιήθην Dian. 191: pf. ἐπτόημαι, Ep. ἐπτοίημαι (v. infr.):—A. terrify, scare, AP l.c.:—Pass., to be scared, dismayed, φρένες ἐπτοίηθεν Od. 22.298; ἐξ ὕπνου κέκραγεν ἐπτοημένη Ch. 535; ἐπτοημένας δεινοῖς δράκουσιν by serpents, El. 1255 (s. v.l.); ἔβαλλε χεῖρας ἐπτοημένας Tr. 559 (lyr.); πτοηθεὶς ἐπὶ τοῖς ἠγγελμένοις 31.11.4, cf. Ex. 19.16, al., Ev.Luc. 21.9, 24.37; περὶ ὃ ἂν τύχῃ Polystr.p.29 W.; of animals, 11.48, 13.457. II. metaph., flutter, excite by any passion, τό μοι καρδίαν . . ἐπτόαισεν 2.6, cf. eand.Supp. 14.6; τὴν δὲ φρένας ἐπτοίησεν Κύπρις 1.1232; Κύπρις ἐπʼ Αἰακίδῃ κούρῃ φρένας ἐπτοίησεν Poet. ap. 21.2:—Pass., to be passionately excited, 5.2 (= 1018); ἐπτοημένοι φρένας Pr. 856; ὡς ἐπτόηται Ba. 214, cf. IA 1029; ἔρωτι ἐπτοάθης ib.586 (lyr.); πτοιηθεὶς ὑπʼ ἔρωτι Call.l.c.; τὸ περὶ τὰς ἐπιθυμίας μὴ ἐπτοῆσθαι Phd. 68c, cf. R. 439d, Fr. 465; περὶ τὴν ὀχείαν HA 614a26, cf. 571b10; περὶ τὰ ὄψα 2.1128b; περὶ τὸ κέρδος 1.20; ἐς γυναῖκας Am. 5; ἐπὶ τὸ νέον ib.23; ἐπὶ γυναικί 4.2; πρὸς τὰς αἶγας 2.989a; τῇ γνώμῃ πρὸς τὸν πόλεμον Sull. 7; to be distraught, μεθʼ ὁμήλικας ἐπτοίηται he gapes like one distraught after his fellows, Op. 447; τὸ πτοηθέν distraction, Ba. 1268. (πτοι- only in dactylic verse, perh. metri gr.; the -άω inflexion only in l.c., IA 586 (lyr.); Lesb. -αις (ε) may have -αι- for -η- as αἰμίονος, etc.)
‹ All lexicon entries