προτρέπω
protrepo
urge forwards
Appears 27 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
προτρέπω, A. urge forwards; used by only intr. in Med. or Pass., turn to flight, προτρέποντο μελαινάων ἐπὶ νηῶν Il. 5.700; of the sun, ὅτʼ ἂν ἂψ ἐπὶ γαῖαν ἀπʼ οὐρανόθεν προτράπηται Od. 11.18, cf. 12.381: metaph., ἄχεϊ προτραπέσθαι give myself up to grief, Il. 6.336. II. later, in Act., urge on, impel, τίς σʼ ἀνάγκῃ τῇδε προτρέπει; El. 1193; π. τινά 5.123; opp. κωλύω, EN 1113b26: c. acc. pers. et inf., urge on, impel, persuade one to do a thing, 9.90, Ant. 270; π. τὰ δέοντα ποιεῖν ὑμᾶς 2.3, cf. BGU 164.17 (ii/iii A.D.), etc.; π. τοὺς δικαστὰς ὀργίζεσθαι 2.3; ὁ καλῶς προτρέπων ἐρᾶν Smp. 181a; προτρέψαι (or -τρέψασθαι) τινὰ ὥστε πειρᾶσθαι 8.63: folld. by a Prep., π. τινὰ εἰς or ἐπὶ φιλοσοφίαν, Euthd. 275a,307a; ἐπʼ ἐλευθερίαν τὰ πλήθη Lg. 699e; ἐπʼ ἀρετήν 2.8, 10, etc.; ἐπὶ τὰς ἀδικίας 7.46; πρὸς τὸ παρέπεσθαι Phd. 89a, etc.; συμβουλεύει ἢ προτρέπων ἢ ἀποτρέπων Rh. 1358b15:— Med., c. acc. pers. et inf., Pr. 990, OT 358, etc.; προτρέπεσθαι ἀνθρώπους ἐπʼ ἀρετήν, τοὺς συνόντας πρὸς ἐγκράτειαν, Mem. 1.4.1, 4.5.1; νόμοι πολίτας ἐς δικαιοσύνην π. Cyr. 2.2.14; προὐτράπετο εἰς τὸ διαλέγεσθαι Prt. 348c; πρὸς ἀρετῆς ἐπιτηδεύματα π. τοὺς πολίτας Lg. 711b; ὡς . . προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας . ., ἐπειρώτα . . , as Solonʼs story led Croesus on, he asked, 1.31; προτρέψομαι I will lay an injunction on thee, OT 1446 (v.l.); prescribe, ἐν τῇ φαρμακείῃ Nat.Hom. 9, but cf. 15.122, 19.133:—Pass., to be persuaded or influenced, ὑπὸ τῶν ὀρνίθων ἀποτρέπεσθαι καὶ π. Mem. 1.1.4, cf. Icar. 29: c. inf., ὑπʼ ἐκείνων -τραπήσεσθαι ὅ τι ἂν κελεύωνται ποιεῖν Mus.p.87K.; ὑπὸ τῆς ἐλπίδος π. SIG 1073.37 (Olympia, ii A.D.); προετράπη γράψαι Vit.Arat.p.77 Maass. III. promote, οὖρα, χυμόν, 11.32; γάλα, σπέρμα, ib. 771:—Pass., ἢν προτρέπηται ὁποῖα δεῖ if stimulated in the right way, Acut. 51. IV. in Med., outstrip, outdo, πάντας ἐν τῷ πίνειν 2.624c. V. search out, discover, Hipp. 715 (acc. to Sch.; dub.l.).
‹ All lexicon entries