πρόσω
proso
forwards, onwards
Appears 52 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πρόσω, Ep., Ion., , Trag. (but f.l. for πρὸ ἕω in 4.103); poet. πρόσσω; also πόρσω, , Trag.; later Att. πόρρω , , Com., Oratt. (πρόσω should be restored in Fr. 858.3 and πόρσω in Rh. 482): never uses the word.—Regul. Comp. and Sup. προσωτέρω, πορρωτέρω, προσωτάτω, πορρωτάτω, v. προσωτέρω: poet. Comp. πόρσιον O. 1.114: Sup. πόρσιστα N. 9.29. Adv.: (πρό). A. abs.: I. of Place, generally with a notion of motion, forwards, onwards, π. ἄγειν, φέρειν, Il. 18.388, Od. 9.542, etc.; [δοῦρα] ὄρμενα πρόσσω Il. 11.572; ἵπποι πρόσσω μεμαυῖαι ib.615; πρόσω ἵεσθε 12.274, etc.; π. πᾶς πέτεται 16.265; π. κατέκυψε ib.611; π. ἀΐξας 17.734; π. τετραμμένος αἰεί ib.598; νέμεσθαι π. 3.133; παραγγεῖλαι, πέμψαι π., Ag. 294,853; βῆναι, ἕρπειν π., Tr. 195, 547; μὴ πόρσω φωνεῖν speak no further, El. 213 (lyr.); μηκέτι πάπταινε πόρσιον O. 1.114: with Art., πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω 7.30, cf. 9.57; also ἰέναι τοῦ π. An. 1.3.1; ἤϊε αἰεὶ ἐς τὸ π. 3.25. II. of Distance, far off, παπταίνειν τὰ πόρσω P. 3.22; ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δʼ ἀποστατῶν Eu. 65; ὡς ἀπʼ ὀμμάτων, πρόσω OC 15; πρόσω λεύσσειν to see at a distance, Fr. 858.3; πόρρω ποι ἀπεσκοποῦμεν R. 432e; ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκώς Ph. 596; ἡ δέ γʼ Εὔβοια . . παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ Nu. 212; εἴτʼ ἐγγύς, εἴτε πόρρω Prt. 356e; πόρρω που ἐκτὸς ὄντι R. 499c, etc.; πόρρω ποιεῖν τι leave at a distance, 22.18, cf. 6.90 (dub.); πάνυ π. γενέσθαι Cyr. 4.3.16; τὰ σκέλη κινεῖν ταχὺ καὶ π., of a runner, Rh. 1361b24; οἱ πόρρω βάρβαροι EN 1149a11. 2. too far, καὶ νῦν ἴσως πόρρω ἀποτενοῦμεν [τὸν λόγον] Grg. 458b; οὐ πόρρω ἐθελήσαιμʼ ἂν πιεῖν Smp. 176d. 3. in front, τὰ π. μέρη 16.680, cf. 15.141, 18(2).265. III. of Time, forward, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, v. ὀπίσω II; χρόνος . . ἰὼν πόρσω O. 10(11).55; of continuance, Eu. 747; hereafter, P. 3.111; ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα as late as possible, N. 9.29; ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης far spent, 3.122; μέχρι πόρρω till late, HA 581a26. B. c. gen.: I. of Place, further into, π. τοῦ ποταμοῦ προβαίνειν An. 4.3.28, cf. Mul. 1.2: esp. metaph., προβήσεσθαι πόρρω μοχθηρίας will go far in wickedness, Ap. 30; π. ἀρετῆς ἀνήκειν to have reached a high point of virtue, 7.237; οὕτω πόρρω σοφίας ἥκεις Euthd. 294e; πόρρω σοφίας ἐλαύνειν Euthphr. 4b, cf. Grg. 486a, Cra. 410e, Ly. 204b; π. τέχνης a past master, V. 192 (v. infr. II); π. πάνυ ἐλάσαι τῆς πλεονεξίας Cyr. 1.6.39: also with Art., προβήσομαι ἐς τὸ π. τοῦ λόγου 1.5; ἐς τὸ π. οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πρηγμάτων 3.56; ἐς τὸ π. μεγάθεος τιμῶνται are honoured to a high point of greatness, i.e. very greatly, ib. 154. II. of Distance, far from, οὐ π. τοῦ Ἑλλησπόντου 5.13; οὐ π. Σπάρτης πόλις Andr. 733; στάντες οὐ πόρρω τῶν βωμῶν Lg. 800d, cf. An. 3.2.22, etc.: metaph., π. δικαίων Eu. 414; πόρρω τέχνης,= οὐκ ἀπὸ τέχνης, i. e. φύσει, V. 192 (acc. to Sch., sed v. supr. B. I); π. τοῦ χειρίσματος Art. 11; οὐκέτι πόρρω διθυράμβων φθέγγομαι Phdr. 238d; πόρρω που τῶν ἐμαυτῷ πεπολιτευμένων far below them, 18.299; πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι Phd. 96e; πόρρω τῶν πραγμάτων 4.16; πόρρω τοῦ διαφθείρειν 15.240; πόρρω λίαν τῆς ὑποθέσεως ἀποπλανηθῆναι 7.77; π. σαρκός very far (i. e. different) from, HA 504b11, cf. R. 581e: also folld. by ἀπό, ἐξαναχωρέειν π. ἀπὸ τῶν φορτίων 4.196; πάνυ πόρρω ἀπὸ τῆς θαλάσσης 5.27; ἀπὸ τοῦ τείχους Cyr. 5.4.49; also οὕτω πόρρω εἶ περὶ τοῦ δικαίου so far out in your notions of right, R. 343c. III. of Time, ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός far into the night, 2.121.δʹ; ὡς π. τῆς νυκτὸς προελήλατο 9.44; διαλέγεσθαι πόρρω τῶν νυκτῶν Smp. 217d; λίαν π. ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι Prt. 310c; ἐκάθευδον μέχρι π. τῆς ἡμέρας HG 7.2.19; βιότου πόρσω Alc. 910 (lyr.); π. ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου, θανάτου δὲ ἐγγύς Ap. 38c; ὀψὲ καὶ π. τῆς ἡλικίας Dem. 2. 2. οὐ π. ἑπτὰ ἡμερέων not longer than . . , Epid. 4.38.
‹ All lexicon entries