προσάπτω
prosapto
fasten to
Appears 30 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
προσάπτω, Ep. προτιάπτω, A. fasten to or upon, τύμβῳ π. μηδέν El. 432; στέρνοις στέρνα El. 1321 (anap.); κόσμον Πενθεῖ, χλιδὴν τέκνῳ, Ba. 859, Ion 27; τὸ ἀντίγραφον . . προσήφαμεν (pf.) we have attached the copy, UPZ 22.11 (ii B.C.). 2. attach to, bestow upon, grant, κῦδος Ἀχιλλῆϊ προτιάπτω Il. 24.110; π. κλέος τινί N. 8.37; τῷ τεθνηκότι τιμάς El. 356; γῇ τῇδε . . ἑορτὴν καὶ τέλη Med. 1382; γέρας, ἐγκώμιά τισι, Sph. 231a, Lg. 822b; εὐδαιμονίαν τοῖς φύλαξι R. 420d; τὸ ὄνομα (sc. πῦρ) . . προσάψαι . . Ἑλληνικῇ φωνῇ Cra. 410a; ὠφέλειάν τινι 61.53; in bad sense, fix upon, attach, μή τι . . χρέος ἐμᾷ πόλει προσάψῃς OC 236 (lyr.); π. τῇ τύχῃ αἰτίαν 1083.4, cf. Abst. 1.7:— Pass., to be bound up with, σχήματι τοῦ λόγου Synt. 232.10. 3. c. acc. only, apply, μεῖζον π. τῆς νόσου τὸ φάρμακον Fr. 589, cf. Eup. 1.74 (Pass.), ap. 12.873 (Med.); π. χεῖρα Supp. 361; γνώμην πρός τι Fr. 362.10; ἀλγηδόνα τινά Plt. 293b; simply, add, τό γε εἶναι Sph. 252a. 4. deliver, confide to, ναυτικόν τινι Ages. 1.36. 5. ascribe, attribute to, ἐκείνῳ (sc. τῷ Θαλῇ) τὸ κατανόημα προσάπτουσι Pol. 1259a8; π. τῷ Ἀπόλλωνι τὴν δάφνην 1.17; Ποσειδῶνι τὸ τοὺς ἵππους δαμάσαι 5.69; τὰ κατορθώματα τῇ τύχῃ 31.30.3, cf. 4.24.3. II. intr., fasten oneself to, καί μοι . . ἀγχοῦ προσῆψεν . . ἐν δισκήματι came very near me in the quoit-throw, Fr. 380 (dub.); to be added, εἰ κακοῖς κακὰ προσάψει τοῖς πάλαι OT 667 (lyr.). III. Med., fasten oneself upon, Fr. 324; lay hold of, touch, τῷ στόματι π. [τινός] Mem. 1.3.12; π. τῆς ἀληθείας Ti. 71e; τῶν οὔλων (v.l. τοῖς οὔλοις) 1.105. 2. have to do with, meddle with, ὅτου ἂν π. ἀνδρός 3.114; τῶν πραγμάτων ib.133; τοῦ λόγου, τοῦ πολέμου, 60.26, 44.44; πλέω π. τῶν δυνατῶν attempt more than is possible, 3. 3. of wrestlers, come to grips, 15.197.
‹ All lexicon entries