πρόφασις
prophasis
motive
Appears 26 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πρόφασις, εως, ἡ, (προφαίνω) A. motive or cause alleged, whether truly or falsely: then, actual motive or cause, whether alleged or not: I. alleged motive, plea, without implication of truth or falsity, ἐπὶ σμικρῇ π. 323; νόστου π. γλυκεροῦ κώλυεν μεῖναι P. 4.32; κατὰ θεωρίης πρόφασιν ἐκπλώσας 1.29; π. ἔχων, ὡς . . 6.133; καὶ ἐπὶ μεγάλῃ καὶ ἐπὶ βραχείᾳ π. whether the plea put forward be a trifle or a weighty matter, 1.141; τῆς αἰτίας τὴν π. the plea in the case, the basis of the charge, 9.7; τοιαύτας ἔχοντες π. καὶ αἰτίας pleas and motives, 3.13; π. ἐπιεικής ib.9; ἀναγκαῖαι 4.20, 54.17; προφάσεις ἀληθεῖς λέγοντος pleading what was in fact true, 4.17. 2. falsely alleged motive (or cause), pretext, pretence, excuse, π. ἰδίης ἀβουλίης an excuse for . ., 119; οὔτε τινʼ ἔχων π. οὔτε λόγον εὐτράπελον V. 468 (lyr.); καλλίστην εἶναι π., τιμωρεῖσθαι μὲν δοκεῖν, ἔργῳ δὲ χρηματίζεσθαι 12.6: abs. in acc., πρόφασιν in pretence, ostensibly, στενάχοντο γυναῖκες Πάτροκλον π., σφῶν δʼ αὐτῶν κήδεʼ ἑκάστη Il. 19.302, cf. 5.33, IA 362 (troch.), Eq. 466, etc.; opp. τὸ ἀληθές, 6.33: in dat., προφάσει 3.86; προφάσει τῶν δημοσίων on the pretence that public debts are owing, OGI 669.15 (Egypt, i A.D.); προφάσιος [εἵνεκεν], προφάσεως ἕνεκα, 4.135, 6.14; προφάσεως χάριν Pol. 1297a14; ἐκ μικρᾶς π. 2.17.3; ἐπὶ προφάσιος 7.150: folld. by an inf., αὕτη γὰρ ἦν σοι π. ἐκβαλεῖν ἐμέ for casting me out, Ph. 1034; οὔτε . . ἔστιν οὐδεμία π. τοῦ μὴ δρᾶν Ti. 20c; π. τοῖς δειλοῖς ἔχει μὴ ἰέναι gives them an excuse or plea for not going, R. 469c; οὐδεμία σοι π. ἐστιν ὡς . . Cyr. 2.2.15; εὑρὼν π. BGU 1024 vi 21 (iv A.D.). b. phrases, πρόφασιν διδόναι, ἐνδοῦναι, allow, afford an excuse, 43.53, 18.158; οὐκ ἐνδώσομεν π. οὐδενὶ κακῷ γενέσθαι 2.87; π. μηδεμίαν θέμενος making no excuse, 364; π. προτεῖναι put forward a pretext, 1.156; π. τὴν Παυσανίεω ὕβριν προϊσχόμενοι 8.3; προφάσεις παρέχειν Av. 581, cf. 10.35, 18.156; προφάσιας εἷλκον kept making pretences, 6.86; πάσας π. ἕλκουσιν Lys. 726; π. δέχεσθαι Cra. 421d (cf. ἀγών III.5); π. εὑρίσκειν τοῦ ἀδικήματος 5.65; π. καλῶς εὑρημένη 36; ἔχθρας π. ζητήσουσιν Phdr. 234a, cf. PCair.Zen. 270.9 (iii B.C.); π. τινὰ πρεσβείας πορισάμενοι Ep. 350a; π. κατασκευάσαι Cyr. 2.4.17; ἔχει προφάσεις it is excusable, ib.3.1.27; πρόφασιν ταύτην τῆς διαφορᾶς ποιούμενος Ep. 349d; προφάσεις εὐλόγους εἰλήφεσαν 18.152; ἐχόμενος προφάσιος 6.94; ἐπιλαβέσθαι 3.36, 6.49; τὰς π. ἀφελεῖν 2.27; προφάσεως δεῖσθαι Rh. 1373a3: personified, τὰν Ἐπιμαθέος ὀψινόου θυγατέρα Π. P. 5.28. c. elliptically, μή μοι πρόφασιν no excuse, no shuffling, Ach. 345; μὴ προφάσεις ἐνταῦθά μοι 127.1. II. the actual motive, purpose, or cause, whether alleged or not, οὔτʼ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος οὔτε τευ ἄλλου Il. 19.262; ἐπʼ αὐτομολίας προφάσει ἀπέρχονται 7.13; τὸ ἐκ προφάσεως τῶν . . στρατιωτῶν δηληγατευθὲν μέτρον ἐλαίου for the purpose of . ., PLips. 64.2, cf. 8 (iv A.D.); τὴν ἀληθεστάτην π., ἀφανεστάτην δὲ λόγῳ 1.23, cf. 6.6, 18.156, SIG 888.138 (Scaptopara, iii A.D., pl.): esp. as a medical t.t., external exciting cause, ἐκ πάσης π. ἐκτιτρώσκουσι they miscarry on any provocation, Aph. 3.12, cf.Epid. 3.3, 3.17.ιά, Acut.(Sp.) 6; τοὺς δʼ ἄλλους ἀπʼ οὐδεμιᾶς π . . . τῆς κεφαλῆς θέρμαι . . ἐλάμβανε 2.49: pl., Aër. 16, Fract. 15, al.: generally, cause, σμικρὰ π. ἔξωθεν R. 556e; βραχεῖα π. Coac. 477; ἀπὸ μηδεμιᾶς π. ἔξωθεν ἀξιολόγου 82; φανερὴ π. Aph. 2.41, cf. HG 6.4.33; ἐπεὶ δέ οἱ ἔδεε κακῶς γενέσθαι, ἐγένετο ἀπὸ προφάσιος τὴν ἐγὼ . . ἀπηγήσομαι 2.161, cf. 4.145, 7.230; ἄνθρωπός εἰμι, τοῦτο δʼ αὐτὸ τῷ βίῳ π. μεγίστην εἰς τὸ λυπεῖσθαι φέρει 106, cf. 230,811, 194; βραχείας προφάσεως ἔδει μόνον ἐφʼ ᾗ . . δεξόμεθα . . it needed but a little to move us to . ., IA 1180. 2. occasion, θοἰμάτιον δεικνὺς τοδὶ πρόφασιν ἔφασκον, ὦ γύναι, λίαν σπαθᾷς I said à propos, . . I took occasion to say . ., Nu. 55; ἐπὶ τῇ ἐμῇ π. à propos of me, 6.19; ἐπὶ τῇ π. τῆς ἐμαυτοῦ ἀρχῆς on the occasion of my accession, PFay. 20.11 (iii/iv A.D.). III. persuasion, suggestion, dub.l. in Tr. 662 (lyr.). IV. preface, τὰς σημειώσεις ὑπὸ μίαν ἐκθησόμεθα π. Ther. 3.
‹ All lexicon entries