πρόχειρος
procheiros
at hand
Appears 7 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πρόχειρος, ον, (χείρ) A. at hand, Art. 11; π. ψάλια (v.l. ψέλια) δέρκεσθαι πάρα ready, Pr. 54; π. ἄχθος a handy burden, El. 1116; of a drawn sword or knife, Ph. 747, Hel. 1564, El. 696, Cyr. 4.2.32; ἔβαλλον λίθοις καὶ . . ἀκοντίοις, ὡς ἕκαστός τι π. εἶχεν 4.34; ἁρπάζει μου ἀεὶ τὸ π. τῶν σκευῶν whatever furniture he can lay his hands on, 25.8 (iii B.C.); [τὴν ἐπιστήμην] π. οὐκ εἶχε τῇ διανοίᾳ Tht. 198d; οὓς π. εἶχον μύθους Phd. 61b; τὰ κατὰ πάντων τῶν φιλοσοφούντων π. Ap. 23d; εἰ οὖν σοι πρόχειρον, εἰπέ Min. 313b; ἔστι τις π. λόγος 20.112; ὃ ἔχω προχειρότατον εἰπεῖν 24.1; τὸ προχειρότατον ποιεῖν 11.9; τὰ π. τῶν ἀπόρων obvious difficulties, Metaph. 982b13, cf. 1054b12; τὰ προχειρότατα Pr. 924a12, cf. Herc. 1012.35; ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον (sc. εὔξασθαι) 1.16. b. readily accessible, external parts of the body, 1.17,69: Comp., 2.64,85. 2. common, ordinary, φαῦλα καὶ π. Tht. 147a; αἱ π. τῶν ἡδονῶν Phlb. 45a. b. πρὸς τῷ ἰδίῳ λόγῳ καὶ τοῖς π., official title in Egypt, Sammelb. 7455 (i B.C.), BGU 1756.8 (i B.C.), al. 3. πρόχειρόν [ἐστι] it is easy, c. inf., Sph. 251b, 24; ψεύδεσθαι προχειρότατον τοῖς ἁμαρτάνουσιν Fr. 86; ἐν προχείρῳ [ἐστί], c. inf., Mete. 356b19; ἐκ προχείρου easily, lightly, M. 6.19, 1.241. II. of persons, ready to do, c. inf., El. 1494; τῇ φυγῇ π. ready for flight, HF 161; also ἡ σπάνις π. εἰς τὸ δρᾶν κακά 157; π. γλῶττα 6.120. 2. of a ready wit, ἐν ταῖς ὁμιλίαις εὔχαρις καὶ π. 23.5.7; glib, Po. 5.14; τὸ προπετὲς καὶ π. Medic. 1. 3. hasty, σφοδρὸς καὶ π. Brut. 34; πνεῦμα οἷον τοῖσι πνιγομένοισι πρόχειρον Prorrh. 1.25 (unless perceptible, obvious breathing, cf. πρὸς χεῖρα Epid. 7.17). III. Adv. -ρως offhand, readily, ἀποκρίνασθαι Smp. 204d; περί τι π. ἔχειν Top. 163b25; π. εἰς τὰ ἑαυτῶν σώματα ἐξαμαρτάνοντες 1.22; ἐπὶ τὰ πράγματα ὁρμᾶν π. 33.7; hurriedly, rashly, 217 (a), 5.7.2; bluntly, εἰπεῖν Eloc. 281; ordinarily or obviously, δηλούσης Rh. 2.268 Comp. -οτέρως Alc. 2.144d; -ότερον τοῦ δέοντος 1.21.5.
‹ All lexicon entries