πορίζω
porizo
carry, bring
Appears 43 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πορίζω, Att. fut. ποριῶ Eq. 1079, 1101, 6.29, etc., late πορίσω 2.68: aor. ἐπόρισα Lg. 966e: pf. πεπόρικα Phlb. 30d:— Med., fut. Att. ποριοῦμαι 35.41: aor.ἐπορισάμην Ra. 880, etc.: —Pass., fut. πορισθήσομαι 6.37.94: aor. ἐπορίσθην ib.37, etc., Dor. -ίχθην ap. VP 17.75: pf. πεπόρισμαι 15.278, 44.3 (in med. sense, 29.7, 3.209, 123): plpf. ἐπεπόριστο 6.29: (πόρος):—A. rarely, like πορεύω, carry, bring, σὲ θεὸς ἐπόρισεν ἁμέτερα πρὸς μέλαθρα (prob. for ἐπῶρσεν, ἔπορσεν) El. 1267(lyr.). II. bring about, furnish, provide, κακά τινι Epigr. 14.10; νίκην, χρήματα, etc., Eq. 593, Ec. 236, 78, IG 22.834.14, etc.; ἀρχὴν πολέμου Fr. 81; τροφὴν τοῖς στρατιώταις 12.82; τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν Phdr. 275a: abs., θεῶν ποριζόντων καλῶς Med. 879: freq. with a notion of contriving or inventing, μηχανὰν κακῶν, πόρους, Alc. 222 (lyr.), Eq. 759, etc.; τοῖσι φιλτάτοις τέχνας IA 745; π. τριβάς Ach. 386; διαβολήν 6.29; σωτηρίαν τῷ γένει Prt. 321b; τῇ ζητήσει ἀπόκρισιν Phlb. 30d, etc.:—Med., furnish oneself with, procure, ῥήματα Ra. 880; δαπάνην, χρήματα, ὅπλα, 1.83, 142, 4.9; τὰς ἡδονάς, τἀγαθά, τἀπιτήδεια, etc., Grg. 501b, La. 199e, Ax. 368b, etc.; μηχανήν Smp. 191b; τὰ δεῖπνα 257.2; καινὰ ῥήματα Philem.l.c.; φῶς ποθέν R. 427d; ἐκ τῶν ἀλλοτρίων π. τὸν βίον 12.116; also π. μάρτυρας 29.7; πρόφασιν 8.3; λόγους περὶ ἀδίκων πραγμάτων 35.41; αἰτίας χρηστὰς ἐπὶ πράγμασι φαύλοις 2.868d: sts. also πορίζεσθαί τι ἑαυτοῖς HG 5.1.17, Smp. 208e; σημεῖα πεπορίσθαι to have acquired the signs, i.e. know them, Medic. 14; also, have provided for one, receive, Men.Prot.p.16D.:—Pass., to be provided, τὰ τῆς παρασκευῆς ἐπεπόριστο 6.29; ῥᾳδίως αἱ ἐπαγωγαὶ . . ἐπορίζοντο inducements were easily provided, 3.82; δύναμις ἐκ θεῶν π. R. 364b; πίστεις ὑπὸ τοῦ λόγου πεπορισμέναι 15.278, cf. Rh. 1356a1; τὸ γηροβοσκοὺς κεκτῆσθαι τοῖς ἀνθρώποις πορίζεται Oec. 7.19; πράξεις πρὸς τὰ φύ χη καὶ τὰς ἀλέας πεπορισμέναι behaviour adapted to . . , HA 596b22, cf. PA 665b3. 2. Act. in med. sense, find money, raise a loan, PCair.Zen. 477.16(iii B.C.); obtain, προστάγματα εἰς τὸ τιμωρηθῆναι αὐτούς PMich.Zen. 57.9 (iii B.C.); earn, τὸ ζῆν ἀπὸ τῆς γερδιακῆς PLond. 3.846.11 (ii A.D.):—Pass., ἀπʼ ἄλλων συντόμως σοι πορισθὲν ἀποδοθήσεται (sc. τὸ ἀργύριον) PMich.Zen. 56.8 (iii B.C.). III. Math., find something, opp. proving it (as in a theorem) and constructing it (as in a problem), 650.22, al.; cf. πόρισμα II.
‹ All lexicon entries