Plato Greek Lexicon πλούσιος

πλούσιος

plousios

wealthy, opulent

Appears 103 times across Plato's dialogues.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

πλούσιος, Lacon. πλούτιος EM 156.20: α, ον: (πλοῦτος):— A. wealthy, opulent, opp. πένης, πενιχρός, Hes. Op. 22, h.Merc. 171, Thgn. 621, etc.; πτωχὸς ἀντὶ πλουσίου S. OT 455; ἐμοὶ πένης . . πλουσίου μᾶλλον ξένος E. El. 395; μέγα π. Hdt. 1.32; πλουσίῳ χαίρειν γένει in his rich and lordly race, S. OT 1070: prov., οὐδʼ εἰ Μίδου -ώτεροι εἶεν Pl. R. 408b. 2. c. gen. rei, rich in a thing, ὁ δαίμων δʼ ἐς ἐμὲ πλούσιος κακῶν E. Or. 394; π. οὐ χρυσίου, ἀλλʼ οὗ δεῖ τὸν εὐδαίμονα πλουτεῖν Pl. R. 521a; -ώτερος εἰς τὸ γῆρας . . φρονήσεως Id. Plt. 261e. 3. c. dat., π. τοῖς ἀχρήστοις καὶ περιττοῖς Plu. Cat.Ma. 18; εἴκοσι μύξαις π . . . λύχνος Call. Epigr. 56; π. ἐν ἐλέει Ep.Eph. 2.4. II. of things, σοὶ δὲ π. τράπεζα κείσθω richly furnished, S. El. 361; ample, abundant, κτερίσματα E. Tr. 1249; ὕδωρ Id. Fr. 316.3: Sup., θησαυρὸς ἀνάκειται ὁμοῖα τοῖσι πλουσιωτάτοισι Hdt. 3.57. Adv. -ίως, ἱρὸν π. κατεσκευασμένον ἀναθήμασι Id. 2.44; π. ταφήσεται E. Alc. 56; κοίτας . . π. σεσαγμένας Eup. 76, cf. Ph. 2.400, etc.; νέον π. ἐπικηρυκευόμενον Aristaenet. 2.1.
‹ All lexicon entries