πλέως
pleos-2
full, filled
Appears 47 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πλέως, πλέᾱ, πλέων, pl. πλέῳ, πλέᾳ, πλέᾱ; Ion. πλέος, -έη, -έον; Ep. πλεῖος, η, ον ( uses πλέον only in Od. 20.355); contr. fem. πλῆ Hdn.Gr.2.912: (πίμ-πλη-μι):—A. full, filled, c. gen., πλεῖαί τοι οἴνου κλισίαι Il. 9.71; νηῦς πλείη βιότοιο Od. 15.446; εἰδώλων δὲ πλέον πρόθυρον, πλείη δὲ καὶ αὐλή 20.355, cf. 4.319, 17.605; πλείη γαῖα κακῶν Op. 101; τάφρος πλέη ὕδατος 1.178; στρατιῆς ἅπαντα πλέα 8.4; λήματος πλέος 5.111; θράσους πλέως, φόβου πλέα, etc., Pr. 42, Med. 263, etc.; ἀναιδείας πλέαν El. 607; ἔπη μωρίας πολλῆς πλέα Aj. 745; λήθης, ταραχῆς π., R. 486c, 391c; φροντίδων πάντα π. 49. 2. ῥάκη νοσηλείας πλέα infected with . . , Ph. 39; ἀτιμίας πλέως 9; ἀχθόμενος ὅτι πλέα σοι ἀπʼ αὐτῶν [τῶν βρωμάτων] ἐγένετο [ἡ χείρ] Cyr. 1.3.5. II. abs., full, πλείοις δεπάεσσι Il. 8.162, etc.; κνέφαλλον πλέων IG 12.330.22. 2. of Time, full, complete, δέκα πλείους ἐνιαυτούς ten full years, Th. 636; ἤματος ἐκ πλείου, πλέῳ ἤματι, the longest day, Op. 778, 792: Comp. πλειότερος Od. 11.359, 1080, Fr. 51 P., Poet. ap. Et.Gen. 3. πλείην· ἔγκυον,
‹ All lexicon entries