πλάσσω
plasso
form, mould
Appears 43 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πλάσσω, Att. πλάττω Aj. 148 (anap.), R. 420c, etc.: fut. πλάσω (ἀνα-) Mochl. 2:aor. ἔπλᾰσα 2.70 (κατ-), V. 926, etc.; poet. ἔπλασσα 24.109; Ep. πλάσσα Op. 70: pf. πέπλᾰκα Mus.p.85K., 15.11, Th. 41: 3sg.plpf. ἐπεπλάκει Praef.: —Med., fut. πλάσομαι 1.37: aor. ἐπλασάμην 6.58, Lg. 800b, etc.:—Pass., fut. πλασθήσομαι Mus.p.82 K., (δια-) 4.619 : aor. ἐπλάσθην Fr. 1130, 12.48, Ti. 26e : pf. πέπλασμαι Pr. 1030, etc.:—A. form, mould, prop. of the artist who works in soft substances, such as earth, clay, wax, ἐκ γαίης π. Op. 70, cf. 2.47,73; of Prometheus, ὃν λέγουσʼ ἡμᾶς πλάσαι καὶ τἄλλα . . ζῷα 89.1, cf. 535.5 ; π. καθάπερ ἐκ κηροῦ Lg. 746a ; σχήματα ἐκ χρυσοῦ Ti. 50a ; ἐκ πηλοῦ ζῷον PA 654b29; ἀγγεῖον π. κήρινον Mete. 359a1 ; οὐκ ἔστιν ἀνδριαντοποιὸς ὅστις ἂν πλάσαι κάλλος τοιοῦτον 72.2; τοὺς πηλίνους 4.26 ; opp. γράφειν, as sculpture to painting, R. 510e (so in Pass., Lg. 668e, 9.75); τὴν ὑδριαν πλάσαι mould the water-jar, V. 926 ; σώματα π. θνητά Ti. 42d ; π. κηρία, of bees, HA 623b32 ; ἔπλαττεν ἔνδον οἰκίας made clay houses, Nu. 879; knead bread, 6.313 :—Med., σχῆμα πλασάμενος having formed oneself a figure, Plt. 297e :— Pass., to be moulded, made, τὸ δὲ ἐν τῇσι μήτρῃσι πλάσσεται 3.108 ; οἶκος τεκτόνων πλασθεὶς ὕπο Fr. 1130 ; ἂν ἴδωσι . . κήρινα μιμήματα πεπλασμένα Lg. 933b. 2. plaster, τὸν . . ναὸν χρίσαντες καὶ πλάσαντες BCH 15.209 (Panamara). II. generally, mould, form by education, training, etc., π. τὰς ψυχὰς τοῖς μύθοις, τὰ σώματα ταῖς χερσίν, R. 377c ; σῶμα ἐπιμελῶς Ti. 88c ; ἑαυτόν R. 500d ; παιδεύειν τε καὶ π. Lg. 671c:—Pass., τοὔνομʼ ἀνὰ χρόνον πεπλασμένον Ion 830 ; of the voice, to be trained, HA 536b19. III. form an image of a thing in the mind, imagine, πλάττομεν οὔτε ἰδόντες οὔτε . . νοήσαντες ἀθάνατόν τι ζῷον Phdr. 246c, cf. R. 420c, 466a ; τῷ λόγῳ τοὺς νόμους Lg. 712b; τἀρχαῖα Mus.p.85K.:—Pass., ib.p.82 K. IV. put in a certain form, τὸ στόμα π. (so as to pronounce more elegantly) Cra. 414d ; [κόμιον] Epict. 2.24.24; τὴν ὑπόκρισιν Dem. 7 :—Med., ἀδήλως τῇ ὄψει πλυσάμενος πρὸς τὴν ξυμφοράν having formed himself in face, i.e. composed his countenance, 6.58, cf. 45.68. V. metaph., fabricate, forge, λόγους ψιθύρους πλάσσων Aj. 148 (anap.); ψευδεῖς π. αἰτίας 12.25; προφάσεις 25.28; τί λόγους πλάττεις; 18.121, cf. Ap. 17c ; μὴ πλάσῃς κακόν Mon. 145 ; π. ἐπιστολήν 5.42.7 : abs., δόξω πλάσας λέγειν I shall be thought to speak from invention, i.e. not the truth, 8.80, cf. Mem. 2.6.37 :—Med., πλάσασθαι τὸν τρόπον τὸν αὑτοῦ 19.60 ; ψεύδη An. 2.6.26 ; τῆς φιλανθρωπίας ἣν . . ἐπλάττετο 18.231 ; προφάσεις π. 19.215 ; τοιαῦτα πλάττεσθαι τολμᾶτε 28.9 ; καιρὸν πλάττεσθαι 21.187: abs., πλαττομένους πρὸς ἑαυτούς (αὐτούς Bonitz) Rh. 1381b28 : c. inf., Νέρων εἶναι πλασάμενος pretending to be N., 64.9; π. νοσεῖν 19.1 :—Pass., οὐ πεπλασμένος ὁ κόμπος not fictitious, Pr. 1030 ; πεπλάσθαι φάσκοντες saying it was a forgery, 7.2 ; μὴ πλασθέντα μῦθον ἀλλʼ ἀληθινὸν λόγον Ti. 26e ; π. ὑπὸ ποιητῶν 4.23; ἐξ ὧν ἡ δίκη αὕτη πέπλασται 52.12. (πλαθ-yω, cf. κορο-πλάθος, πηλο-πλάθος.)
‹ All lexicon entries