πίστις
pistis
trust
Appears 19 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
πίστις, ἡ, gen. εως, Ion. ιος 8.12, 114; dat. πίστει, Ion. πίστῑ 3.74, 9.106 : Ion. nom. and acc. pl. πίστῑς v.l. in 3.8 ; dat. πίστισι 4.172: (πείθομαι):—A. trust in others, faith, first in , πίστιες καὶ ἀπιστίαι ὤλεσαν ἄνδρας Op. 372; πίστει χρήματʼ ὄλεσσα, ἀπιστίῃ δʼ ἐσάωσα 831 ; π. ἴσχειν τινί OC 950 ; τῷ θεῷ πίστιν φέροις OT 1445, etc.: generally, persuasion of a thing, confidence, assurance, N. 8.44 (πιστόν Sch.), etc.; ἡ βεβαιοτάτη π., ἀταραξία καὶ π. βέβαιος, Ep. 1p.19, 2p.36U.; σωφροσύνης π. ἔχειν περί τινος to be persuaded of his probity, 18.215 ; π. περὶ θεῶν ἔχειν 2.1101c. 2. in subjective sense, good faith, trustworthiness, honesty, 1137, Pers. 443, 8.105 ; θνῄσκει δὲ π., βλαστάνει δʼ ἀπιστία OC 611. b. of things, credence, credit, τὰν π. σμικρὰν παρʼ ἔμοιγʼ ἔχει El. 737 (lyr.); πίστιν τὰ τοιαῦτα ἔχει τινά EN 1179a17; π. λαβεῖν 1.35.4. c. καλῇ π., = Lat.bona fide, 180 (ii A.D.), etc.; αἱ κατὰ πίστιν γεινόμεναι κληρονομίαι, = Lat. hereditates fideicommissariae, ib.56. 3. in a commercial sense, credit, π. τοσούτων χρημάτων ἐστί τινι παρά τισι he has credit for so much money with them, 36.57, cf. 44; εἰς πίστιν διδόναι [τί τινι] 32.16; εἰ ἕξω ἐλπίδα πίστεως Orac. 68p.6H. b. position of trust or trusteeship, ἐν πίστει κληρονόμος ἀπολειφθείς left in trust, as guardian, Cic. 41, cf. 2c supr.; ἐν πίστει ὤν τῷ βασιλεῖ IG 22.646.11. 4. Theol., faith, opp. sight and knowledge, 1 Ep.Cor. 13.13, etc. II. that which gives confidence : hence, 1. assurance, pledge of good faith, guarantee, οὐκ ἀνδρὸς ὅρκοι π. ἀλλʼ ὅρκων ἀνήρ Fr. 394, cf. El. 887, Hipp. 1055; ὅρκοις καὶ πίστεσιν ἀναγκάξειν 6.25 : distd. from ὅρκοι and δεξιαί, Rh. 1375a10, cf. Med. 22; ἔμβαλλε χειρὸς πίστιν Ph. 813 ; δός μοι χερὸς σῆς π. OC 1632 ; ὅρκους παρασχών, πίστιν οὐ σμικράν, θεῶν Hipp. 1037, cf. Med. 414 (lyr.); πίστιν καὶ ὅρκια ποιέεσθαι make a treaty by exchange of assurances and oaths, 9.92, cf. 1.107; οἷσιν . . οὔτε π. ὄθʼ ὅρκος μένει Ach. 308 ; ποιέεσθαι τὰς πίστῑς (Ion. for πίστεις) 3.8 ; πίστεις ποιήσασθαι πρός τινας 4.51 ; ἀλλήλοις HG 1.3.12 ; πίστιν δοῦναι to give assurances, 9.91, cf. 4.86, 5.45 ; ὅρκους καὶ πίστιν ἀλλήλοις δότε Lys. 1185; ἔδοσαν πίστιν καὶ ἔλαβον interchanged them, Cyr. 7.1.44; πίστεις ἀλλήλοιν δεδωκέναι τε καὶ δεδέχθαι Phdr. 256d ; π. παρά τινος λαβεῖν 12.9 ; π. πρός τινας δοῦναι c. inf., 19.32 ; πίστι τε λαβεῖν (or καταλαβεῖν) καὶ ὁρκίοισί τινα bind by assurances and oaths, 3.74, 9.106; θεῶν πίστεις ὀμόσαι 5.30; πίστιν ἐπιθεῖναι or προσθεῖναι, 29.26, 49.42, 54.42 : c. gen. objecti, φόβων π. an assurance against . . , Supp. 627 (lyr.). 2. means of persuasion, argument, proof, φρὴν παρʼ ἡμέων (sc. τῶν αἰσθήσεων) λαβοῦσα τὰς πίστεις 125; τοὺς δεομένους πίστεως αἰσθήσει κεκραμένης 4.7.15 ; esp. of proofs used by orators, 5.84, 6.28, Phd. 70b, 3.8, etc.: in , opp. a demonstrative proof (ἀπόδειξις) , π. ἔντεχνοι, ἄτεχνοι, Rh. 1355b35, 1375a22: also, generally, π. ἐκ τῆς ἐπαγωγῆς APo. 90b14, al.; π. ἡ διὰ συλλογισμοῦ Top. 103b7 ; ἡ τῶν λόγων π. (cf. λόγος IV. 1) Pol. 1326a29; ὁ ἀναιρῶν ταύτην τὴν π. οὐ πολὺ πιστότερα ἐρεῖ EN 1173a1. III. that which is entrusted, a trust, πίστιν ἐγχειρίζειν τινί 5.41.2, cf. 16.22.2, IG 7.21.12 (Megara, ii B.C.), 5 (1).26.6 (Amyclae, ii/i B.C.), BMus.Inscr. 422.7 (Priene, ii B.C.); σὴ π. given in trust to thee, IG 14.2012A23 (). IV. political protection or suzerainty, Lat. fides, Αἰτωλοὶ . . δόντες αὑτοὺς εἰς τὴν Ῥωμαίων π. . . τῷ τῆς π. ὀνόματι πλανηθέντες 20.9.10, cf. 3.30.1 ; πάντες εἰς τὴν [τῆς συγκλήτου] π. ἐνδεδεμένοι 6.17.8. 2. in Egypt, safe-conduct, safeguard, UPZ 119.32 (pl., ii B.C.); δοῦναί μοι ἔγγραπτον π. ib.124.30 (ii B.C.). V. name for ten, 59, 60. VI. personified, = Lat.Fides, Num. 16, BC 1.16, 45.17 ; π. δημοσία, = Fides publica, 2.75.
‹ All lexicon entries