φύσις
physis
origin
Appears 494 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
φύσις [ῠ], ἡ, gen. φύσεως, poet. φύσεος prob. (metri gr.) in Tr. 886, cf. V. 1282 (lyr.), 1458 (lyr.), Ion. φύσιος: dual φύσει (v.l. φύση) R. 410e, (φύω): I. origin, φ. οὐδενός ἐστιν ἁπάντων θνητῶν οὐδὲ . . τελευτή 8.1 (cf. 2.1112a); φ. βούλονται λέγειν γένεσιν τὴν περὶ τὰ πρῶτα Lg. 892c; ἡ φ. ἡ λεγομένη ὡς γένεσις ὁδός ἐστιν εἰς φύσιν Ph. 193b12; φ. λέγεται ἡ τῶν φυομένων γένεσις Metaph. 1014b16; freq. of persons, birth, φύσει νεώτερος OC 1295, cf. Aj. 1301, etc.; φύσι γεγονότες εὖ 7.134; φύσει, opp. θέσει (by adoption), 9.25; φύσει Ἀμβρακιώτης, δημοποίητος δὲ Σικυώνιος 4.183d; so ὁ κατὰ φύσιν πατήρ, υἱός, ἀδελφός, 3.9.6, 3.12.3, 11.2.2; also in acc., ἐκ πατρὸς ταὐτοῦ φύσιν El. 325; ἢ φίλων τις ἢ πρὸς αἵματος φύσιν ib.1125, cf. 3.42. 2. growth, τριχῶν, παιδίου, Nat.Puer. 20,29, cf. 27: pl., γενειάσεις καὶ φύσεις κεράτων 4.3.13. II. the natural form or constitution of a person or thing as the result of growth (οἷον ἕκαστόν ἐστι τῆς γενέσεως τελεσθείσης, ταύτην φαμὲν τὴν φ. εἶναι ἑκάστου Pol. 1252b33): hence, 1. nature, constitution, once in , καί μοι φύσιν αὐτοῦ (sc. τοῦ φαρμάκου) ἔδειξε Od. 10.303; φ. τῆς χώρης 2.5; τῆς Ἀττικῆς Vect. 1.2, cf. Oec. 16.2, 18.146, etc.; τῆς τριχός Eq. 5.5; αἵματος, ἀέρος, etc., PA 648a21, Mete. 340a36, etc.: pl., φύσεις ἐγγιγνομένας καρπῶν καὶ δένδρων 7.74; αἱ φ. καὶ δυνάμεις τῶν πολιτειῶν 12.134; ἡ τῶν ἀριθμῶν φ. R. 525c; ἡ τῶν πάντων φ. Mem. 1.1.11, etc.; ἡ ἰδία τοῦ πράγματος φ. IG 22.1099.28 (Epist.Plotinae). 2. outward form, appearance, μέζονας ἢ κατʼ ἀνθρώπων φύσιν 8.38; ἢ νόον ἤτοι φύσιν either in mind or outward form, N. 6.5; οὐ γὰρ φ. Ὠαριωνείαν ἔλαχεν I. 4(3).49 (67); μορφῆς δʼ οὐχ ὁμόστολος φ. Supp. 496; τὸν δὲ Λάϊον φύσιν τίνʼ εἶχε φράζε OT 740 (read εἷρπε, taking φ. with ἔχων), cf. Tr. 379; δρακαίνης φ. ἔχουσαν ἀγρίαν prob. in Ba. 1358; τὴν ἐμὴν ἰδὼν φ. V. 1071 (troch.), cf. Nu. 503; τὴν τοῦ σώματος φ. 9.75. 3. Medic., constitution, temperament, Aph. 3.2 (pl.), al.; ἡ φ. καὶ ἡ ἕξις Acut. 43; φ. φύσιος καὶ ἡλικία ἡλικίης διαφέρει Fract. 7; φύσιες νούσων ἰητροί Epid. 6.5.1. b. natural place or position of a bone or joint, ἀποπηδᾶν ἀπὸ τῆς φ., ἐς τὴν φ. ἄγεσθαι, Art. 61, 62, al.; ὀστέον μένον ἐν τῇ ἑωυτοῦ φ. VC 5, al.; φύσιες τῶν ἄρθρων Nat.Puer. 17. 4. of the mind, oneʼs nature, character, ἦθος ἕκαστον, ὅπῃ φ. ἐστὶν ἑκάστῳ 110.5; εὐγενὴς γὰρ ἡ φ. κἀξ εὐγενῶν . . ἡ σή Ph. 874; τὴν αὑτοῦ φ. λιπεῖν, δεῖξαι, ib.902,1310; φ. φρενός Med. 103 (anap.); ἡ ἀνθρωπεία φ. 1.76; φ. τῆς μορφῆς καὶ τῆς ψυχῆς Cyr. 1.2.2; ὀνόματι μεμπτὸν τὸ νόθον, ἡ φ. δʼ ἴση Fr. 168; φ. φιλόσοφος, τυραννική, etc., R. 410e, 576a, etc.; δεξιοὶ φύσιν Pr. 489; ἀκμαῖοι φύσιν Pers. 441; τὸ γὰρ ἀποστῆναι χαλεπὸν φύσεος, ἣν ἔχοι τις V. 1458 (lyr.), cf. 1282 (lyr.); Σόλων . . ἦν φιλόδημος τὴν φ. Nu. 1187; ἔνιοι ὄντες ὡς ἀληθῶς τοῦ δήμου τὴν φ. οὐ δημοτικοί εἰσι Ath. 2.19; φύσεως ἰσχύς force of natural powers, 1.138; φύσεως κακία badness of natural disposition, 20.140; ἀγαθοὶ . . γίγνονται διὰ τριῶν, τὰ τρία δὲ ταῦτά ἐστι φ. ἔθος λόγος Pol. 1332a40; χρῶ τῇ φύσει, i.e. give rein to your natural propensities, Nu. 1078, cf. 7.38; τῇ φ. χρώμενος Cor. 18; θείας κοινωνοὶ φ. 2 Ep.Pet. 1.4: pl., 4.113, v.l. in Andr. 956; οἱ ἄριστοι τὰς φ. R. 526c, cf. 375b, al.: prov., ἔθος, φασί, δευτέρη φ. Mis. 353a. b. instinct in animals, etc., 278; οὐκ ἐπιστήμῃ οὐδὲ τέχνῃ ἀλλὰ φύσει ap. 1.41.6; ἐν τοῖς ἄλλοις ζῴοις ἡ αἴσθησις τῇ φ. ἥνωται, ἐν δὲ ἀνθρώποις τῇ νοήσει Corp.Herm. 9.1, cf. 12.1. 5. freq. in periphrases, καὶ γὰρ ἂν πέτρου φύσιν σύ γʼ ὀργάνειας, i.e. wouldʼst provoke a stone, OT 335; χθονὸς φ. Ag. 633; esp. in , ἡ τοῦ πτεροῦ φ. Phdr. 251b; ἡ φ. τῶν σωμάτων Smp. 186b; ἡ φ. τῆς ἀσθενείας its natural weakness, Phd. 87e; ἡ τοῦ μυελοῦ φ. Ti. 84c; ἡ τοῦ δικαίου φ. Lg. 862d, al.; ἡ φ., with gen. understood, Smp. 191a, Phd. 109e. III. the regular order of nature, τύχη . . ἀβέβαιος, φ. δὲ αὐτάρκης 176; κατὰ φύσιν R. 444d, etc.; τρίχες κατὰ φύσιν πεφυκυῖαι growing naturally, 2.38, cf. 156.7 (troch.); κατὰ φύσιν νόμος ὁ πάντων βασιλεύς Fr. 169 (cf. Grg. 488b); κατὰ φ. ποιεῖν 112; opp. παρὰ φύσιν, Ph. 395, 6.17, etc.; παρὰ τὴν φ. 1.18; προδότης ἐκ φύσεως a traitor by nature, 2.165; πρὸ τῆς φ. ἥκειν εἰς θάνατον before the natural term, Comp.Dem.Cic. 5: freq. in dat. φύσει (ἐν φ. Aër. 14) by nature, naturally, opp. τύχῃ, τέχνῃ, Lg. 889b, cf. R. 381b; φύσει τοιοῦτος Pl. 275, cf. 279, al.; ὁ ἄνθρωπος φ. πολιτικὸν ζῷόν ἐστι Pol. 1253a3; ὁ μὴ αὑτοῦ φ. ἀλλʼ ἄλλου ἄνθρωπος ὤν, οὗτος φ. δοῦλός ἐστιν ib.1254a15; φ. γὰρ οὐδεὶς δοῦλος ἐγενήθη ποτέ 95.2; opp. νόμῳ (by convention), 9, Archelaus ap. 2.16, Grg. 482e, cf. Prt. 337d, etc.; τὰ μὲν τῶν νόμων ὁμολογηθέντα, οὐ φύντʼ ἐστίν, τὰ δὲ τῆς φύσεως φύντα, οὐχ ὁμολογηθέντα 44Ai 32 (Vorsokr. 5); ἅπας ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται 25.15; τοὺς τῆς φ. οὐκ ἔστι λανθάνειν νόμους Mon. 492; οὐ σοφίᾳ, ἀλλὰ φύσει τινί Ap. 22c; φ. μὴ πεφυκότα τοιαῦτα φωνεῖν Ph. 79, cf. Phlb. 14c, etc.; φύσει πάντα πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες εἶναι 44Bii 10 (Vorsokr. 5); φύσιν ἔχει c. inf., it is natural, κῶς φύσιν ἔχει πολλὰς μυριάδας φονεῦσαι (sc. τὸν Ἡρακλέα); 2.45, cf. R. 473a; οὐκ ἔχει φύσιν it is contrary to nature, ib.489b; οὔτʼ εὔλογον οὔτʼ ἔχον ἐστὶ φύσιν 2.26; τὸ τόλμημα φύσιν οὐκ ἔχει Call. 36. IV. in Philosophy: 1. nature as an originating power, φ. λέγεται . . ὅθεν ἡ κίνησις ἡ πρώτη ἐν ἑκάστῳ τῶν φύσει ὄντων Metaph. 1014b16; ὁ δὲ θεὸς καὶ ἡ φ. οὐδὲν μάτην ποιοῦσιν Cael. 271a33; ἡ δὲ φ. οὐδὲν ἀλόγως οὐδὲ μάτην ποιεῖ ib.291b13; ἡ μὲν τέχνη ἀρχὴ ἐν ἄλλῳ, ἡ δὲ φ. ἀρχὴ ἐν αὐτῷ Metaph. 1070a8, cf. Mete. 381b5, etc.; φ. κρύπτεσθαι φιλεῖ 123; ἡ γοητεία τῆς φ. 4.4.44; φ. κοινή, the principle of growth in the universe, 1.126; as Stoic t.t., the inner fire which causes preservation and growth in plants and animals, defined as πῦρ τεχνικὸν ὁδῷ βαδίζον εἰς γένεσιν, Stoic. 1.44, cf. 35, al., M. 9.81; Nature, personified, χάρις τῇ μακαρίᾳ Φ. Fr. 469; Φ. καὶ Εἱμαρμένη καὶ Ἀνάγκη Piet. 12; ἡ κατωφερὴς Φ. Corp.Herm. 1.14. 2. elementary substance, κινδυνεύει ὁ λέγων ταῦτα πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γῆν καὶ ἀέρα πρῶτα ἡγεῖσθαι τῶν πάντων εἶναι καὶ τὴν φ. ὀνομάζειν αὐτὰ ταῦτα Lg. 891c, cf. Fr. 52 (defined as τὴν πρώτην οὐσίαν . . ὑποβεβλημένην ἅπασι τοῖς γεννητοῖς καὶ φθαρτοῖς σώμασι 15.3); τῶν φύσει ὄντων τὰ στοιχεῖά φασιν εἶναι φύσιν Metaph. 1014b33: pl., Ep. 1p.6U., al.; ἄτομοι φ. atoms, ap. 5, Ep. 1p.7U.; ἄφθαρτοι φ. Piet. 83. 3. concrete, the creation, ‘Nature’, ἀθανάτου . . φύσεως κόσμον ἀγήρων Fr. 910 (anap.); περὶ φύσεώς τε καὶ τῶν μετεώρων ἀστρονομικὰ ἄττα διερωτᾶν Prt. 315c; περὶ φύσεως, title of works by Xenophanes, Heraclitus, Gorgias, Epicurus, etc.; [σοφία] ἣν δὴ καλοῦσι περὶ φύσεως ἱστορίαν Phd. 96a; περὶ φ. ἀφοριζόμενοι διεχώριζον ζῴων τε βίον δένδρων τε φύσιν λαχάνων τε γένη 11.13 (anap.); so later, ἡ φ. τὸ ὑπὸ ψυχῆς τῆς πάσης ταχθέν 2.2.1; τὰ στοιχεῖα τῆς φ. Corp.Herm. 1.8; αἱ δύο φ., i.e. heaven and earth, light and darkness, etc., PMag.Leid.W. 6.42. 4. name for two, 12. V. as a concrete term, creature, freq. in collect. sense, θνητὴ φ. mankind, Fr. 590 (anap.), cf. OT 869 (lyr.); πόντου εἰναλία φ. the creatures of the sea, Ant. 345 (lyr.); ὃ πᾶσα φ. διώκειν πέφυκε R. 359c, cf. Plt. 272c; ἡ τῶν θηλειῶν φ. woman-kind (opp. τὸ ἄρρεν φῦλον) Lac. 3.4: also in pl., OT 674, R. 588c, Plt. 306e, Oec. 13.9; in contemptuous sense, αἱ τοιαῦται φ. such creatures as these, 4.113, cf. 20.11, 1.191. b. of plants or material substances, φ. εὐώδεις καρποφοροῦσαι 2.49; ὑγράν τινα φ. καπνὸν ἀποδιδοῦσαν Corp.Herm. 1.4. VI. kind, sort, species, ταύτην . . ἔχειν βιοτῆς . . φύσιν Ph. 165 (anap.); ἐκλέγονται ἐκ τούτων χρημάτων μίαν φ. τὴν τῶν λευκῶν R. 429d; φ. [ἀλωπεκίδων] species, Cyn. 3.1; natural group or class of plants, HP 6.1.1 (pl.). VII. sex, θῆλυς φῦσα (prob. for οὖσα) κοὐκ ἀνδρὸς φύσιν Tr. 1062, cf. OC 445, 2.45, Lg. 770d, 944d: hence, 2. the characteristic of sex, = αἰδοῖον, Tab.Defix. 89a6 (iv B.C.), Fr. 107, 32.10, M. 1.150, etc.: esp. of the female organ, Mul. 2.143, 41, 5.63, PMag.Osl. 1.83,324, 1.11: pl., τῶν δύοφ., of the testes, Sch. Lys. 92, cf. PMag.Par. 1.318.
‹ All lexicon entries