φυλάσσω
phylasso
keep watch and ward, keep guard
Appears 81 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
φυλάσσω, Att. φυλάττω, Ep. inf. φυλασσέμεναι Il. 10.312,419; poet. impf. φύλασσε Pae. 6.91: fut. φυλάξω Od. 22.195, etc.: aor. ἐφύλαξα, Ep. φύλ- Il. 16.686, etc.: pf. πεφύλᾰχα 10.408f, (δια-) Cyr. 8.6.3 (-πεφυλακ- codd.), 1.9 (-πεφυλακ- codd.), (παρα-) Lg. 632a; πεφύλακα 1 Ki. 25.21, Arg. Med. (πεφυλακέναι and πεφυκέναι codd.):—Med., fut. -άξομαι Supp. 205, El. 1012, Ec. 831, etc.; also in pass. sense, Ph. 48, Oec. 4.9: aor. ἐφυλαξάμην 7.130 (v.l.), 3.4.7, etc.:—Pass., fut. -αχθήσομαι Rh. 5.6, 1.426: aor. ἐφυλάχθην Pisc. 15: pf. πεφύλαγμαι Fr. 472.19 (anap.), cf. infr. C. 1, Or. 54.74 (in pass. sense); imper., only in med. sense in early writers, πεφύλαξο Op. 797, Orac. ap. 7.148; part., Il. 23.343, etc. A. abs., keep watch and ward, keep guard, esp. by night, ἀνίη καὶ τὸ φυλάσσειν πάννυχον ἐγρήσσοντα Od. 20.52; οὐδʼ ἐθέλουσι νύκτα φυλασσέμεναι Il. 10.312, cf. 419,421; εἰ μέν κʼ ἐν ποταμῷ δυσκηδέα νύκτα φυλάσσω Od. 5.466, cf. 22.195; (Med., v. infr. C); σὺν κυσὶ . . φυλάσσοντας περὶ μῆλα Il. 12.303; αὐτοῦ φ. Eu. 243; τὴν μὲν ἡμέραν κατὰ διαδοχὴν φ. τὴν δὲ νύκτα καὶ ξύμπαντες 7.28; ἐφύλαττον περὶ τὰ βασίλεια Cyr. 7.5.68; οἱ φυλάττοντες 10.34; φ. τοῖς Ἀθηναίοις keep watch for . . , 7.53; κατὰ θάλατταν ἐφύλαττεν ὅπως μηδὲν εἰσπλέοι HG 2.4.29; φ. ἕως . . watch or wait till . . , 1.15; φ. πηνίκα . . 18.308: c. acc. cogn., φυλακὰς φ. An. 2.6.10, Ev.Luc. 2.8. 2. to be on oneʼs guard, 1.135. B. trans., watch, guard, defend, ἀθανάτων ὅστις σε φυλάσσει Od. 15.35, cf. Il. 10.417, al.; σύας, μῆλα, Od. 17.593, 12.136; τὴν ἑωυτῶν 8.46; πόλιν φ. Th. 136 (lyr.), IG 12.108.46; πύλας Andr. 950; σε φυλάττοι Ζεύς Eq. 499 (anap.); βρέτας ἧσαι φυλάσσων Eu. 440; φ. τινὰ ἀπὸ τῶν δυσχωριῶν guard one from . . Cyr. 1.4.7 (but τὴν γραῦν φ. ἀπὸ τῶν κεραμίων keep away from . . , Sam. 87): c. acc. et inf., τοὐμὸν φυλάξει ὀ ὄνομα μὴ πάσχειν κακῶς OC 667; ὁ νόμος φ. μὴ ἅπτεσθαι Lg. 838b; φ. μηδένα περαιοῦσθαι 7.17; φ. τὸ μηδὲν ἐναντίον γενέσθαι 18.313: folld. by a relat. clause, φ. ἑαυτὸν ὅπως μὴ ἀδικήσει Grg. 480a; φύλαττέ με μὴ παρακρούσωμαί σε Cra. 393c; φ. τινά, εἰ . . Smp. 220d:—Pass., to be watched, kept under guard, 3.45, An. 6.4.27. 2. watch for, lie in wait or ambush for, αὐτὸν ἰόντα λοχήσομαι ἠδὲ φυλάξω ἐν πορθμῷ Ἰθάκης Od. 4.670; νόστον φ. Il. 2.251; φ. τὸ σύμβολον look out for the signal-fire, Ag. 8; τοὺς πολεμίους Lac. 12.2; φ. τοὺς παράνομα γράφοντας 58.34; keep a watch on, [τινα] 1.6; τοὺς παραβαίνοντας Pol. 1289a19. b. esp. watch, wait for, observe an appointed time or a fixed event, τὴν κνρίην τῶν ἡμερέων 1.48; φ. τὴν ἡμέραν 6.37; φυλάξαντες νύκτα wait for night, 2.3; φυλάσσουσι γραφόμενοι τὸ ἀποβαῖνον 2.82; τοὺς ἐτησίας 4.31: with a part. added, δείλην ὀψίην γινομένην φυλάξαντες 8.9: φ. Ξέρξην . . δεῖπνον προτιθέμενον 9.110; ἀριστοποιουμένους φ. τοὺς στρατιώτας 23.165: folld. by a relat. clause, φ. ὅ τι χρήσεται . . 5.12. 3. metaph., preserve, maintain, cherish, [χόλον] Il. 16.30; αἰδῶ καὶ φιλότητα 24.111; ὅρκια 3.280; φ. ἔπος observe a command, 16.686; φ. ῥῆμα I. 2.9; τελετάς O. 3.41; νόμον Tr. 616; τοὺς νόμους Plt. 292a, cf. Grg. 461d, etc.; τὸ σὸν πιστόν OC 626; τὰς συνθήκας 17.20; τὰ τοῦ γάμου δίκαια POxy. 905.9 (ii A. D.); λόγον πρός τινα PFlor. 56.21 (iii A. D., Pass.); φ. σιγήν IA 542; οὐ γὰρ ἀπειλὰς ὑμετέρας ἐφύλαξα I regarded not your threats, Del. 204; φ. σκαιοσύναν cling to it, foster it, OC 1213 (lyr.); ἄξια ἤθη Ion 736; φ. τῇ μνήμῃ τὰ λεχθέντα Lg. 783c; φ. τὸν θυμόν ib.867a; τὴν τιμωρίαν 21.40; φ. καὶ ταμιεύειν πάντα τινί 19.40; τὸ μέρος τοῖς θεοῖς An. 5.3.4; τἀγαθά, opp. κτήσασθαι, 1.23; μᾶλα ἐν κόλποισι 2.120, cf. 7.64; εἰ μὴ φυλάσσεις μίκρʼ, ἀπολεῖς τὰ μείζονα Mon. 172; ἀθάνατον ἔχθραν μὴ φύλαττε ib.4: with a predic. added, φ. τινά δεδεμένον 5.47; ἀδέκαστον φ. τὴν διάνοιαν Th. 34; ἀκύμααντον τὸ πέλαγος DMar. 5.1:—Pass., ὅσος παρʼ ὑμῖν ὁ φθόνος φυλάττεται is fostered by . . , OT 382. 4. keep in a place, continue in, τόδε δῶμα φυλάσσοις, ἀθάνατός τʼ εἴης Od. 5.208. 5. notice, observe, Ath.l.c. 6. maintain, hold fast to a view, τινὰ σπουδαῖον εἶναι 1.4.9. 7. c. acc., beware of, avoid, ἅπαντα ταῦτα φυλάττειν κελεύει 18(2).791. 8. φ. μὴ c. subj., take care lest . . IA 145 (anap.), Tht. 154d; φ. ἐμὲ καὶ τηρεῖν ὅπως μή . . 18.276. 9. Med., φυλάξασθε τοῦ ἀγαπᾶν Κύριον be careful to . . , Jo. 23.11. C. Med., I. abs., to be on oneʼs guard, keep watch, Ec. 769; used by only in part., νύκτα φυλασσομένοισι Il. 10.188; πεφυλαγμένος εἶναι to be cautious, prudent, 23.343, cf. HG 7.5.9; φυλαττομένους πορεύεσθαι with caution, Cyr. 5.2.30, cf. Cyn. 10.10. 2. c. acc., keep a thing by one, bear it in mind or memory, Op. 263,561; more fully, ἐν θυμῷ δʼ εὖ πάντα φυλάσσεο ib.491; φρεσί h.Ap. 544, cf. O. 7.40; τὰ λελεγμένα El. 1012. 3. guard, keep safe, καὶ κεφαλὴν πεφύλαξο Orac. ap. 7.148. 4. c. gen., φυλάσσεσθαι τῶν νεῶν μὴ ξυντρίψωσιν act cautiously with regard to the ships, 4.11; beware of, τῶν εὖ φύλαξαι OC 161 (lyr.); Ἄρκτοι πεφυλαγμέναι ὠκεανοῖο 48; πεφύλαξο παντοίων ἀνέμων 930. II. φυλάσσεσθαί τι or τινα to beware of, be on oneʼs guard against, avoid a thing or person, 27, etc.: ταῦτα 1.108, 7.130, cf. Ra. 4; τινας Pr. 715,804; τοὺς Ἀτρείδας εἰσορῶν φυλάξομαι Ph. 455; τέττιξ ποιμένας . . πεφυλαγμένος 16.95. b. ἐφυλαξάμην διαλέκτους I put in as a precaution ‘except in dialects’, Hdn.Gr.2.932. 2. φ. πρός τι 7.69; ἀπό τινος Cyr. 2.3.9, HG 7.2.10. 3. c. inf., φυλάξομαι δὲ τάσδε μεμνῆσθαι . . ἐφετμάς Supp. 205, cf. 4.13; φ. μηδὲν ἐξαμαρτεῖν 1.108, cf. 25.11; φ. μηδένα βαλεῖν 3.4.7; but also without μή, ἵνα . . τις ὕστερον φυλάσσηται ἐπὶ γῆν τὴν σὴν στρατεύεσθαι 7.5; φ. τὸ λυπῆσαι 18.258; φ. ὁρᾶσθαι HA 611a28, cf. 1.70; λέγειν Rh.Al. 1441b20:—two constructions joined, δισσὰ γὰρ φυλάσσεται [ψυχή], φίλων τε μέμψιν κἀς θεοὺς ἁμαρτάνειν Fr. 472. 4. φ. μή folld. by subj., take care lest . . , τούτου φυλάσσου μή ποτʼ ἀχθεσθῇ κέαρ Pr. 392, cf. Supp. 498, IT 67, Ach. 257, An. 2.2.16, etc.; so φ. ὅπως μή . . Mem. 1.2.37; ἃς ἐγὼ φυλάξομαι . . μὴ κατουρήσωσί μου Ec. 831, cf. Mem. 2.2.14.
‹ All lexicon entries