φόνος
phonos
murder, slaughter
Appears 61 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
φόνος, ὁ, (θείνω) A. murder, slaughter, τεύξασα πόσει φόνον Od. 11.430; τοίσδεσσι φόνον καὶ κῆρα φυτεύει 2.165; φ. ῥάπτειν 16.379; μερμηρίζειν 2.325; ὁρμαίνειν 4.843; σμικρῇσι φόνον φέρει ὀρνίθεσσι Il. 17.757, etc.; φόνον πράσσειν N. 3.46; ἀκούσιον φ. ἐξεργάσασθαι Lg. 869a; βουλεῦσαί τινι Aj. 1055; ἔθου φόνον OC 542 (lyr.); ἐκπορίζειν Ion 1114; of arrows, φ. προπέμπειν Ph. 105; τὸν Δωριέος πρὸς Ἐγεσταίων φόνον ἐκπρήξασθαι exact vengeance for the killing . . , 7.158; κατὰ ζῴων φόνου καὶ μὴ φόνου ὧδε ἔχει killing or not-killing, 257; in poet. phrases, φ. συρίζειν, κινύρεσθαι, πνεῖν, Pr. 357 (s. v.l.), Th. 123 (lyr.), Ag. 1309; φ. τινός the murder of . . , Eu. 580, etc.; φ. Ἑλληνικὸς μέγιστος slaughter of Greeks, 7.170; ὅμαιμος αὐθέντης φ. Eu. 212; πατρῷος El. 955; πολύκερως, ἄρνειος φ., Aj. 55,309; ἐπὶ φόνῳ πράσσεις φόνον Or. 1579, cf. HF 1084 (lyr.); γέρων φ. μηκέτʼ ἐν δόμοις τέκοι Ch. 805 (lyr.), etc.; ὁ ὑπὸ Θήβης Ἀλεξάνδρον φ. 2.856a; ὁ κατὰ τῶν πολιτῶν φ. 19.8: pl., φόνοι τʼ ἀνδροκτασίαι τε Od. 11.612 (personified in Th. 228); ἔμφυλοι φ. ἀνδρῶν 51, cf. OC 962. 2. in law, murder, homicide, δικάζειν τοὺς βασιλέας αἰτιῶν φόνου Lex Dracontis ap.IG 12.115.12; φόνου διώκειν τινά 6.9; δικάζειν δίκας φόνου 5.11; παραδοῦναι φόνου δίκην 6.42; ἁλῶναι 5.59, etc.; φεύγειν 133 (poet., παίδων φόνον φεύγουσα fleeing from . . Med. 795); ἔνοχοι τῷ φόνῳ 1.11; φόνου ὑπόδικος 54.25; φόνου καθαρός, ἁγνός, R. 451b, Lg. 759c: ἀκούσιος φ. 23.72; φόνων ἀπέχεσθαι Ra. 1032 (anap.); αἱ τῶν φ. δίκαι Lg. 778d; φόνοι . . φόνοις δεόμενοι καθαίρεσθαι ib.870c, al.; λαγχάνονται αἱ τοῦ φ. δίκαι πρὸς [τὸν βασιλέα] Ath. 57.2. 3. death as a punishment, φ. προκεῖσθαι δημόλευστον Ant. 36. 4. blood when shed, gore, ἂμ φόνον, ἂν νέκυας Il. 10.298; κέατʼ ἐν φόνῳ 24.610; ἐρευγόμενοι φόνον αἵματος 16.162; φ. κέχυται γυναίκων Fr. 153 Lobel; φόνον κεύθειν 100.4; μέλανι ῥαίνων φόνῳ πεδίον I. 8(7).55; φόνου κηκίς Ch. 1012; ἐμοῦσα θρόμβους οὓς ἀφείλκυσας φόνου Eu. 184; σταγόνες OT 1278; σταλαγμοί Hec. 241; χεῖρα χραίνεσθαι φόνῳ Aj. 43; of a sacrifice, ταυρείου φόνου Th. 44; Ἕλλην οὗ καταστάζει φ. IT 72; rarely in Prose of blood, Morb. 2.73. 5. corpse, πρὶν ἴδω τὸν Ἑλένας φόνον . . κείμενον Or. 1357 (lyr.); ἐπὶ φόνῳ χαμαιπετεῖ ματρός ib.1491 (lyr.). 6. rascal that deserves death, gallowsbird, a Dorian phrase, EM 662.4. II. of the agent or instrument of slaughter, φόνον ἔμμεναι ἡρώεσσι to be a death to heroes, Il. 16.144, cf. Od. 21.24; of poison, Mim.Oxy. 413.180; ἐν φόνῳ μαχαίρας Ex. 17.13, De. 13.15(16), 20.13; without ἐν, Nu. 21.24. III. = ἀτρακτυλίς, HP 6.4.6.
‹ All lexicon entries