φοβέω
phobeo
put to flight
Appears 158 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
φοβέω, 3pl. imper. φοβεόντων 7.235: Ion. impf. φοβέεσκον Sc. 162: fut. -ήσω Heracl. 357 (lyr.), (ἐκ-) 4.126 (dub.): aor. ἐφόβησα Il. 15.15, etc.:—Pass. and Med., Ion. 2 sing. φοβέαι 1.39; Ion. imper. φοβεῦ or φοβέο, 1.9, 7.52: Ep. 3pl. impf. φοβέοντο Il. 6.41: fut. φοβήσομαι 22.250, Lg. 649c, 15.23, etc.; φοβηθήσομαι Cyr. 3.3.30, Brut. 40, Zeux. 9, v.l. in R. 470a: aor. Pass. ἐφοβήθην 8.27, etc., Ep. 3pl. ἐφόβηθεν or φόβηθεν, Il. 15.326,5.498; aor. Med. ἐφοβησάμην only Anacreont. 31.11: pf. πεφόβημαι Il. 10.510, etc.: plpf. 3pl. ἐπεφόβηντο HG 7.4.32, 5.50, Ep. πεφοβήατο Il. 21.206. A. Act., in (never in Od.) always in the sense put to flight, [ἴρηξ] ἐφόβησε κολοιούς Il. 16.583; [Ζεὺς] καὶ ἄλκιμον ἄνδρα φοβεῖ ib. 689; Τρώων οὓς ἐφόβησας 22.11; φοβῆσαίτε στίχας ἀνδρῶν 17.505; σὸς δόλος . . ἐφόβησε δὲ λαούς 15.15; σέ γέ φημι . . δουρὶ φοβῆσαι 20.187; once in , φοβέεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλʼ ἀνθρώπων l.c. II. terrify, alarm, 7.235, etc.; μὴ φίλους φόβει Th. 262; ᾧ μή ʼστι δρῶντι τάρβος οὐδʼ ἔπος φοβεῖ OT 296, cf. 1013, Hipp. 572 (lyr.); ἡ δύναμις τῶν νέων φοβοῦσά τινας 4.3.2; αἱ κάμηλοι ἐφόβουν τους ἵππους Cyr. 7.1.48; ρὸν Ἀλκιβιάδην ἐφόβουν, μὴ . . ἐπαγάγωνται 5.45; c. dat.modi, λόγοις Pers. 215 (troch.); μεγαληγορίαισι φρένας Heracl. 357 (lyr.); τῷ μὲν Τισσαφέρνει τοὺς Ἀθηναίους φ., ἐκείνοις δὲ τὸν Τισσαφέρνην to frighten the Athenians with T., and T. with the Athenians, 8.82; c. part., λέγοντες φ. τινάς by saying, Eq.Mag. 1.8; λέγοντες ὡς ἥξει βασιλεύς D 14.25: abs., πόνος ὁ μὴ φοβῶν κράτιστος Ph. 864 (lyr.), φοβήσαντες κατεστήσαντο τὴν πολιτείαν by terror, R. 551b. 2. c.acc. rei, threaten with, φ. λιμόν 6.51. B. Pass. and Med., in always in the sense to be put to flight (cf. Sch.A Il. 5.223, al.), once in Od., κύνες . . διὰ σταθμοῖο φόβηθεν 16.163; freq. in Il., ὑπέμειναν ἀολλέες οὐδὲ φόβηθεν 5.498; τοὶ δʼ ἐφόβηθεν . . θεσπεσίῳ ὁμάδῳ 16.294; κὰμ μέσσον πεδίον φοβέοντο βόες ὣς ἅς τε λέων ἐφόβησε 11.172; also part., μὴ καὶ πεφοβημένος ἔλθης 10.510, cf. 15.4, 21.606; φοβηθεὶς δύσεθʼ ἁλὸς κατὰ κῦμα in flight, 6.135; βῆ δὲ φοβηθείς 22.137: ὑπό τινος φοβέεσθαι to flee before him, 8.149; ὑπό τινι 15.637; c. acc., οὔ σʼ ἔτι . . φοβήσομαι ὡς τὸ πάρος περ 22.250. II. to be seized with fear, be affrighted, 9.70, Tr. 1166, etc.—Constr., 1. abs., πεφόβημαι πτηνῆς ὡς ὄμμα πελείας Aj. 139 (anap.); φοβηθέντες ᾤχοντο φεύγοντες flying in terror, 1.43; ἃ μὴ οἶδα . . οὐδέποτε φοβήσομαι οὐδὲ φεύξομαι, Ap. 29b, etc.: c. dat. instrum., μάστιγι φ. Rh. 37 (anap.): c. acc. cogn., φ. αἰσχροὺς φόβους Prt. 360b; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν Ev.Marc. 4.41; τὸν φόβον αὐτῶν μὴ φοβηθῆτε 1 Ep.Pet. 3.14. 2. folld. by Preps., φ. ἀπό τινος to be afraid of one (prob. a Hebraism), Le. 26.2, Je. 1.8, Ev.Matt. 10.28, Ev.Luc. 12.4; ἔκ τινος from some cause, Tr. 671; εἴς τι to be alarmed at a thing, OT 980; πρός τι Tr. 1211, Prom.Es 4, Or. 50.18; ἐπί τινι fear for . . DMar. 14.4; but φ. ἀμφὶ γυναικί fear about . . , 6.62; περὶ ἡμῶν Cyr. 5.2.35, etc.; περί τινι Euthd. 275b (περὶ σφίσιν αὐτοῖς τὸ κατάδηλον 4.123); περὶ χωρίῳ 2.90; ὑπὲρ τῶν μελλόντων 4.36; περί τι Cra. 404e; πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων Tr. 150. 3. folld. by a relat. clause, φοβεῑσθαι μὴ . . fear lest a thing will be . . , Or. 770 (troch.), Pax 606 (troch.), 1.95, etc.; φ. ὅπως μὴ . . 6.13, Mem. 2.9.3; φ. μὴ οὐ . . Oec. 16.6; freq. c.acc. folld. by μή, ταῦτʼ οὖν φοβοῦμαι, μὴ . . Tr. 550, cf. An. 7.1.2; φ. τοὺς οὐσίαν κεκτημένους, μὴ . . Phdr. 232c, cf. 1.88, etc.; φ. ὑπέρ τινος, μὴ . . R. 387c; c. inf. folld. by μή, φοβοίμην ἂν τῷ ἡγεμόνι ἕπεσθαι, μὴ ἀγάγῃ κτλ. An. 1.3.17, cf. Tht. 143e, Grg. 457e: also φ. ὅτι . . , = φ. μὴ . . , in a more positive sense, Cyr. 3.1.1, 52.26; φ. τόδε, ὅτι . . 7.67 (but φ. τὸ κάεσθαι, ὅτι ἀλγεινόν because . . , Grg. 479a): διὰ τοῦτο φ. τινας, ὅτι . . lsoc.6.60; less freq. φ. ὡς . . Cyr. 5.2.12; φ. πῶς χρὴ . . ib.4.5.19; φ. εἰ δεήσει . . ib.6.1.17. 4. c. inf. with Art., φ. τὸ ἀποθνῄσκειν Grg. 522e, etc.: more freq. c. inf. alone, fear to do, be afraid of doing, Ch. 46 (lyr.), Aj. 253 (lyr.), Ion 628, etc.: c. inf. fut., 5.105. 5. c. acc. pers., stand in awe of, dread, δαίμονας τοὺς ἐνθάδε Supp. 893; στρατὸν Ἀχαιῶν Ph. 1250; τοὺς ἄνω θεούς Lg. 927b, cf. 1.16, etc.; τὰς κύνας Cyn. 5.16, etc. 6. c. acc. rei, fear or fear about a thing, βρόμον Th. 476; τὸ προσέρπον Aj. 227 (lyr.); μέμψιν Alc. 1057; τὸ τοιοῦτον σῶμα Phdr. 239d; δουλείαν καὶ δεσμόν Cyr. 3.1.24. 7. c. gen., πεφοβημένος νυκτός, θαλάσσης, 290, 766. 8. c. part., προδιδοὺς φοβηθείς 17.
‹ All lexicon entries