Plato Greek Lexicon περιίστημι

περιίστημι

periistemi

place round

Appears 24 times across Plato's dialogues.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

περιίστημι, A. in the trans. tenses (with pf. περιέστᾰκα Pl. Ax. 370d), place round, π. τοὺς ἑαυτοῦ Th. 8.108, etc.; π. στήλην τινί Hdt. 3.24 ; π. κύτος τῷ ζῴῳ Pl. Ti. 78c ; στράτευμα περὶ πόλιν X. Cyr. 7.5.1: metaph., π. τινὶ ἔτι πλείω κακά D. 21.123; κινδύνους τοῖς Καρχηδονίοις Plb. 12.15.7; π. ἀγῶνάς τισι Plu. Comp.Ag.Gracch. 5. 2. bring round, ὁ δῆμος εἰς ἑαυτὸν περιέστησε τὴν πολιτείαν Arist. Pol. 1304a33 ; εἰς τοὐναντίον π. τινὰ τῷ λόγῳ Pl. Ax.l.c. ; εἰς τοσοῦτον π. τινά, ὥστε . . Heraclid.Pont. ap. Ath. 12.537c ; esp. into a worse state, εἰς τοῦθʼ ἡ τύχη τὰ πράγματα αὐτῶν περιέστησεν ὥστε . . Isoc. 6.47, cf. Aeschin. 3.82 ; π. εἰς μοναρχίαν τὴν πολιτείαν Plb. 3.8.2 ; οἴκους εἰς πενίαν π. Hdn. 7.3.5 ; convert, εἰς τὸ περιφερὲς [τὸν ἀέρα] Epicur. Ep. 2p.51U.; transfer, π. τὰς ἑαυτοῦ συμφορὰς εἴς τινα D. 40.20 ; π. τὴν αἰτίαν εἴς τινα D.H. 3.3. II. in aor. 1 Med., place round oneself, ξυστοφόρων κύκλον X. Cyr. 7.5.41 ; φρουρὰν περὶ τὸ σῶμα App. BC 3.4. B. Pass. and Med., with aor. 2 (aor. 1, v. infr. 2), pf., and plpf. Act. :—stand round about, περίστησαν γὰρ ἑταῖροι Il. 4.532 ; κῦμα περιστάθη a wave rose around (Ep. aor. Pass.), Od. 11.243 ; περιστῆναι περί τι Pl. Ti. 84e ; τοῦ περιεστῶτος ἔξωθεν πνεύματος ib.76b ; οἱ περιεστῶτες the bystanders, Antipho 6.14 ; ὄχλου πολλοῦ περιστάντος IG 42(1).123.25 (Epid.). 2. c. acc. objecti, encircle, surround, χορὸν περιίσταθʼ ὅμιλος Il. 18.603 ; βοῦν δὲ περιστήσαντο (fort.περίστησάν τε) 2.410, cf. Od. 12.356 ; μή πώς με περιστήωσʼ ἕνα πολλοί (Ep. 3pl. subj. aor. 2 for -στῶσι) that their numbers surround me not, Il. 17.95, cf. Od. 20.50 ; so περιστάντες [τὸ θηρίον] κύκλῳ Hdt. 1.43, cf. 9.5, A. Fr. 379, Pl. R. 432b; π. τὸν λόφον τῷ στρατεύματι X. Cyr. 3.1.5 : metaph., τὸ περιεστὸς ἡμᾶς δεινόν Th. 4.10, cf.7.70 ; τοσούτου πολέμου τὴν Ἀσίαν περιστάντος Isoc. 4.162 ; χωρὶς τῆς περιστάσης ἂν ἡμᾶς αἰσχύνης D. 3.8 ; διὰ τὸν φόβον τὸν περιστάντα αὐτούς Aeschin. 3.137 ; φόβος π. τινά Th. 3.54, cf. D. 18.195. 3. c. dat., περιισταμένους τῇ κλίνῃ Pl. Lg. 947b : mostly metaph., come round to one, ἡμῖν . . ἀδοξία τὸ πλέον ἢ ἔπαινος περιέστη Th. 1.76 ; τῇ [Ἑλλάδι] δουλεία περιέστηκε Lys. 2.60 ; τοῦ πολέμου περιεστηκότος Θηβαίοις D. 16.28 ; πηλίκα τῇ πόλει περιέστηκε πράγματα Id. 19.340 ; ἀνάγκη π. τινί, c. inf., ib.212 : abs., of circumstances, mostly bad, τὰ περιεστηκότα πράγματα Lys. 2.32, cf. Epicur. Sent. 38 ; οἱ περιεστῶτες καιροί Plb. 3.86.7. II. come round, revolve, κύκλῳ Arist. Ph. 217a19; of winds, ἐκ τῶν ἀπαρκτίων εἰς θρασκίας Id. Mete. 365a6 ; of Time, περιισταμένης τῆς ὥρας Thphr. CP 2.11.2, cf. Hp. Nat.Hom. 7. 2. come round to, devolve upon, περιειστήκει ὑποψία ἐς τὸν Ἀλκιβιάδην Th. 6.61 ; νομίσαντες τὸ παρανόμημα ἐς τοὺς Ἀθηναίους τὸ αὐτὸ περιεστάναι Id. 7.18 ; εἰς ὀλίγους ἡμᾶς περιέστη [ἡ στατίων] IG 14.830.8 (Puteoli, ii A. D.). 3. of events, come round, turn out, esp. for the worse, ἐξ ἀρρωστίης π. τινὶ ἐς ὕδερον Hp. Coac. 471 (but also of persons, ἐς ὕδρωπα περιίσταντο became dropsical, Id. Epid. 3.13); ἐς τοῦτο περιέστη ἡ τύχη fortune was so completely reversed, Th. 4.12 ; τοὐναντίον περιέστη αὐτῷ it turned out quite contrary for him, Id. 6.24, cf. Lys. 12.64, Pl. Men. 70c ; ὁ τοῦ δικαίου λόγος εἰς τοὐναντίον περιειστήκει Id. R. 343a; φιλεῖ ἐς τύχας τὰ πολλὰ περιίστασθαι come to be dependent on chances, Th. 1.78 ; εἰ τὰ μὲν πράγματʼ εἰς ὅπερ νυνὶ περιέστη D. 18.201, cf. 3.9 ; τὸ πρᾶγμʼ εἰς ὑπέρδεινόν μοι περιέστη Id. 21.111, cf. 37.10 ; ἐνταῦθα τὰ πράγματα π. ὥστε . . Isoc. 8.59, cf. 5.55 ; περιέστηκεν εἰς τοῦτο ὥστε . . Lycurg. 3 : c. inf., περιειστήκει τοῖς βοηθείας δεήσεσθαι δοκοῦσιν αὐτοὺς βοηθεῖν ἑτέροις D. 18.218, cf. Pl. Mx. 244d : c. part., περιέστηκεν ἡ πρότερον σωφροσύνη νῦν ἀβουλία φαινομένη Th. 1.32. III. later, go round so as to avoid, shun, τὰς ἁμαρτίας Phld. Rh. 1.384 S.; τὴν ὁμιλίαν J. AJ 1.1.4; κύνας Luc. Herm. 86 (though he censures this usage, Sol. 5), cf. Gal. UP 10.14, Porph. Abst. 4.7, etc.; τὸν κίνδυνον Iamb. VP 33.239; τὸ μοναρχικόν ib.31.189 ; τὴν ἀφροσύνην S.E. M. 11.93 ; κενοφωνίας 2 Ep.Ti. 2.16 ; τὸ εἰκῇ καὶ μάτην M.Ant. 3.4; τοὺς ἡγουμένους Artem. 4.59 ; π. μὴ . . to be afraid lest . . , J. AJ 4.6.12; sneak round, Phld. Rh. 1.99 S.; circumvent, τοὺς λογιστάς Mitteis Chr. 88iv 11 (ii A.D.):—so in Pass., περιεσταμένης τῆς λογοθεσίας BGU 1019.8 (ii A. D.).
‹ All lexicon entries