Plato Greek Lexicon περιγίγνομαι

περιγίγνομαι

perigignomai

to be superior to

Appears 19 times across Plato's dialogues.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

περιγίγνομαι, Ion. and later -γίνομαι [γῑ], fut. -γενήσομαι Th. 4.27, etc.: aor. -εγενόμην Hdt. 1.122, etc.: pf. -γέγονα ib.82, etc.; -γεγένημαι Th. 1.69, etc.:—A. to be superior to others, prevail over, overcome : Constr. in full, c. gen. pers. et dat. rei, μήτι δʼ ἡνίοχος περιγίγνεται ἡνιόχοιο 11.23.318; ὅσσον περιγιγνόμεθʼ ἄλλων πύξ τε παλαισμοσύνῃ τε Od. 8.102, cf. 252 ; πολυτροπίῃ τινὸς π. Hdt. 2.121.εʹ, cf. Th. 1.55, Pl. Ap. 22c ; τάχει τοσοῦτον π. τινός X. Cyr. 3.1.19 ; τῶν χρημάτων τῶν ἐν Δελφοῖς π. ταῖς ἐκ τῶν ἰδίων δαπάναις Isoc. 5.54 : c.acc. rei, δσα . . περιγένοιντο ἐμοῦ D. 18.236 ; τὰ Ὀλύμπια π. Plu. 2.242b : c. gen. pers. only, Hdt. 1.207, Ar. V. 604 ; π. καὶ πλεονεκτεῖν τῶν ἐχθρῶν Pl. R. 362b, etc.: c. acc. pers. (in an anacoluthon), κατὰ τὸ ἰσχυρὸν Ἕλληνας ὁμοφρονέοντας χαλεπὰ εἶναι π. Hdt. 9.2 : abs., to be superior, prevail, Id. 1.214, Th. 4.27, etc.; π. τῇ συμβολῇ, τῷ πλῷ, Hdt. 6.109, Th. 8.104 ; π. πρός τινας, πρὸς τὰ ἀντιτεταγμένα, Id. 1.69,5.111. 2. of things, ἤν τι περιγίγνηται αὐτοῖς τοῦ πολέμου if they gain any advantage in the war, Id. 6.8 ; π. ὑμῖν πλῆθος νεῶν you have a superiority in number of ships, Id. 2.87 ; π. ἡμῖν μὴ προκάμνειν we have the advantage in not . . , ib.39. II. live over, survive, escape, Hdt. 1.82,122, Th. 4.27, etc.; οἱ περιγενόμενοι the survivors, Hdt. 5.64, etc.: c. gen. rei, περιεγένετο τούτον τοῦ πάθεος he survived, escaped from this disaster, ib.46 ; τῆς δίκης π. Pl. Lg. 905a ; ἐκ τῶν μεγίστων π. Th. 2.49. 2. of things, remain over and above, opp. ἐπιλείπειν, Ar. Pl. 554, cf. Lys. 30.20 ; περιγενόμενον ἐκ τοῦ προτέρου ἐνιαυτοῦ IG 12.352.10 ; τάλαντα ἃ περιεγένοντο τῶν φόρων which remained from the tribute, the surplus, X. HG 2.3.8 ; τὸ περιγιγνόμενον τῶν πόρων ἀργύριον Isoc. 8.82, cf. Pl. Lg. 742b, PRev.Laws 19.8(iii B.C.), etc.; τὰ περιγινόμενα the revenues, Arr. An. 7.17.4. 3. of things, to be left over : hence, to be a result or consequence, ἐκ τῶν μεγίστων κινδύνων καὶ πόλει καὶ ἰδιώτῃ μέγισται τιμαὶ π. Th. 1.144 ; ἀμαχητὶ π. τινί τι Id. 4.73 ; ἡ ἠθικὴ ἐξ ἔθους π. Arist. EN 1103a17 ; τί αὐτῷ περιγέγονεν ἐκ τῆς φιλοσοφίας ; D.L. 2.68 ; περιεγένετο ὥστε καλῶς ἔχειν X. An. 5.8.26 ; τούτου μόνου περιγίγνεσθαι μέλλοντος, παθεῖν τι κακόν D. 3.12 ; ἐκ τούτων περιγίγνεταί τι the upshot of the matter is . . , Id. 8.53 ; τοῖς μὲν . . πεισθεῖσιν ἡ σωτηρία περιεγένετο to those who complied safety was the result, Id. 18.80 ; περίεστι δέ μοι τοιαῦτα οἷα τοῖς κακόν τι νοοῦσιν ὑμῖν περιγένοιτο that is what I have got by the business, and I hope that your enemies may get the like, Id. Ep. 3.36 ; ἀηδὴς δόξα τῇ πόλει παρὰ τοῖς πολλοῖς π. Id. Prooem. 23 ; ἡ ἐκ τῆς πραγματικῆς ἱστορίας περιγινομένη ἐμπειρία Plb. 1.35.9.
‹ All lexicon entries