παρασκευάζω
paraskeuazo
get ready, prepare
Appears 117 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
παρασκευάζω, fut. -άσω Cyr. 1.6.18 (but 3sg. -σκευᾷ Nat. 14.2, 2pl. -σκευᾶτε SIG 1106.113 (Cos, iv/iii B. C.)): Ion. 3pl. plpf. Pass. παρεσκευάδατο 7.218, etc. : later sts. παρασκεάζω, as παρεσκεασμένων IPE 12.32B12 (Olbia, iii B.C.) :—A. get ready, prepare, δεῖπνον 9.82, 172 ; στρατείαν 4.74 ; ὀθόνια Ach. 1176 ; πλοῖα 13.26 ; ἱππέας, ὅπλα, τριήρεις, Ages. 1.24, Cyr. 2.1.9, HG 1.4.11 ; hold ready, τῆς θύρας παρεσκευασμένης 1.24 : κατασκευάζω is prop. fit out and prepare what one has, παρασκευάζω provide and prepare what one has not ; cf. κατασκευή ΙΙ. 2. provide, procure, contrive, θανάτους τοῖς πέλας 1.28 ; τῇ νηῒ οἶνον καὶ ἄλφιτα 3.49 ; πᾶσαν ἡμῖν εὐδαιμονίαν Smp. 188d, etc. ; ὀργὰς τοῖς ἀκούουσι κατά τινων π. 1.28 : in bad sense, get up, ἀντίδοσιν ἐπί τινα 28.17 ; v. infr. B. I.2. 3. make or render so and so, with part. or Adj., π. τὰ σώματα ἄριστα ἔχοντας, π. τινὰς ὅτι βελτίστους, Cyr. 1.6.18, 5.2.19 ; τοὺς θεοὺς ἵλεως αὑτῷ π. Lg. 803e ; τοὺς κριτὰς τοιούτους π. Rh. 1387b17, cf. 1380b31 : c. inf., accustom, τὸ στράτευμα παρεσκευακέναι ὡς πόνον μηδένα ἀποκάμνειν accustom it not to . . , HG 7.5.19, cf. Eq. 2.3 ; π. τὸν βίον αὑτῷ μηδὲν δεῖσθαί τινος R. 405c ; π. τινὰς τὴν τιμὴν ἀποδιδόναι PFlor. 347.2 (V A.D.) ; π. ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται αἱ ψυχαί Grg. 503a, cf. Ap. 39d ; π. τινῶν τὰς γνώμας, ὡς ἰτέον εἴη Cyr. 2.1.21 ; δεῖ παρασκευάσαι τὸν ἀκροατὴν ἐν τῷ προοιμίῳ Rh. 10.13. 4. adapt for a purpose, τὴν τῆς γυναικὸς [φύσιν] ἐπὶ τὰ ἔνδον ἔργα Oec. 7.22 ; V. B. II. 5. produce, cause, τοὺς ὄγκους καὶ τὰ καύματα 43. B. Med. and Pass. : I. in proper sense of Med., get ready or prepare for oneself, ὅπλα ἐς τὰς γεφύρας 7.25 ; π. τὰ πολέμια, ναυτικόν, στρατείαν, 1.18, 2.80, 4.70 ἑκατὸν νεῶν ἐπίπλουν τῇ Πελοποννήσῳ π. 2.56 ; τὸν γὰρ τοῦ πράττειν χρόνον εἰς τὸ παρασκευάζεσθαι ἀναλίσκομεν in preparation, 4.37 ; τοῖον παλαιστὴν νῦν π. ἐπʼ αὐτὸς αὑτῷ is preparing such an adversary for himself, Pr. 920. 2. in Oratt., procure, suborn persons as witnesses, partisans, etc., so as to obtain a verdict by fraud or force (cf. παρασκευή I.3) ; π. τοὺς συκοφάντας 1.105 ; ῥήτορας παρασκευασάμενοι 1.7 ; ψευδεῖς λόγους ib.17 ; μάρτυρας ψευδεῖς παρεσκεύασται 29.28 ; π. τινὰς τῶν δημοτῶν bring them over to oneʼs side, 44.39 : abs., form a party, intrigue, 10.1, 27.2 :—so in Act., HG 1.7.8, 8.3 ; παρασκευάζειν τινὶ δικαστήριον pack a jury to try him, 13.12:—Pass., ὑπὸ σοῦ παρεσκευάσθη was ‘squared’ by you, 20.145. II. Med. also abs., prepare oneself, make preparations, τῷ ναυτικῷ . . παρασκευασαμένῳ 2.80 ; παρασκευασάμενος μεγάλως 9.15 ; παρασκευάσασθαι ὥστε ἀμύνασθαι An. 7.3.35 : in pres. and impf. it may be regarded either as Pass. or Med., 18.19, etc. ; π. ἐς ναυμαχίην, μάχην, 9.96,99 ; π. πρός τι 3.69, etc. ; στρατεύεσθαι π. 1.71, cf. Ag. 353, Av. 227 : c. fut. inf., Cyr. 7.5.12. 2. freq. folld. by ὡς with fut. part., παρεσκευάσαντο ὡς πολιορκησόμενοι 5.34 ; π. ὡς ἐλῶν 2.162, cf. 9.122 ; π. ὡς ναυμαχήσοντες (expressed just above by ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν) 4.13 ; ὡς προσβαλοῦντες ib.8 ; π. ὡς μάχης ἐσομένης HG 4.2.18, cf. Cyr. 3.2.8 : c. fut. part. without ὡς, τέχνῃ παρεσκευάζετο ἐπιθησόμενος 5.8, cf. 6.54, 7.17, HG 4.1.41 ; also π. ὅπως ἐσβαλοῦσιν ἐς τὴν Μακεδονίαν 2.99, cf. Tht. 183d. 3. in pf. παρεσκεύασμαι, to be ready, prepared, κάρτα εὖ παρεσκευασμένοι 3.150 ; τράπεζαι . . παρεσκ. Ec. 839 ; λῃστρικώτερον π. equipped in pirate fashion, 6.104 ; παρεσκ. ἔρχομαι ἐπὶ τὸν λόγον Phd. 91b ; εὖ παρεσκ. καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα Oec. 5.13 ; ἐς τὴν πολιορκίην παρεσκευάδατο v.l. in 3.150 ; παρεσκευάδατο ὡς ἀπολεόμενοι 7.218 ; ταῖς ψυχαῖς παρεσκευασμένους ὡς χεῖρας ξυμμείξοντας Cyr. 2.1.11 : folld. by ὥστε c. inf., παρεσκευάσμεθʼ ὥστε κατθανεῖν HF 1241 ; παρεσκευάσθαι ὡς ἱκανοὶ εἶναι Cyr. 4.2.13 : c. inf. only, δρᾶν παρεσκευασμένος Th. 440, Heracl. 691, cf. Ag. 1422, Nu. 607, etc. : so in aor., ὥστε ἂν . . παρασκευασθῶσιν οὕτως ἔχειν Rh. 1388a26. 4. Med., = exonerare alvum, 1 Ki. 24.4. III. παρεσκευάσθαι τι to be prepared or provided with a thing, ἀδίκῳ δόξαν δικαιοσύνης παρεσκευασμένῳ R. 365b ; π. λαμπρὸν ἱμάτιον Char. 21.11. IV. in Pass., of things, to be got ready, prepared, ἐπειδὴ παρεσκεύαστο when preparations had been made, 4.67 ; τούτῳ ἄριστα παρεσκεύασται ζῆν Mx. 248a ; in 9.100, for ὡς παρεσκευάδατο τοῖσι Ἕλλησι, Reiske proposed παρεσκεύαστο.
‹ All lexicon entries