ὄψον
opson
cooked
Appears 18 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ὄψον, τό, A. cooked or otherwise prepared food, a made dish, eaten with bread and wine, ἐν δὲ . . σῖτον καὶ οἶνον ἔθηκεν, ὄψα τε Od. 3.480; ἐν δέ οἱ ἀσκὸν ἔθηκε . . οἴνοιο . . , ἐν δὲ καὶ ᾖα κωρύκῳ, ἐν δέ οἱ ὄψα τίθει 5.267, cf.6.77, Il. 9.489; παμπόνηρον ὄ. ὁ γέρανος 87; ἄρτον, . . οἶνον . . , ὄψον 1.138 (taken in signf. 3 by 11.57); ἄρτους, . . ὄψον . . , οἶνον Grg. 518c; ὄ. ὀπτόν Eq. 1106, cf. Av. 900; ἐσθίουσι ἐπὶ τῷ σίτῳ ὄ. Mem. 3.14.2, cf. 3.14.3; τῷ ὄ. (cuisine) τε καὶ τῷ οἴνῳ χαίροντα μᾶλλον ἢ τοῖς φίλοις ib.1.5.4; ὄ. ἕξουσιν, ἅλας τε δηλονότι καὶ ἐλάας καὶ τυρόν, καὶ βολβοὺς καὶ λάχανά γε, οἷα δὴ ἐν ἀγροῖς ἑψήματα, ἑψήσονται R. 372c; opp. τραγήματα, 65; ὄψα . . καὶ τραγήματα, ὄψα . . καὶ μύρα, R. 372e, 373a; Σικελικὴ ποικιλία ὄψου ib. 404d; φακῆν, ἥδιστον ὄψων Fr. 23; τὴν ἔγχελυν . . ὄψων μέγιστον the greatest of delicacies, 39.6; ὄ. δὲ ταὐτὸν ἀεί ποτε πᾶσίν ἐστιν, ὕειον κρέας ἑφθόν (in the Spartan φειδίτια) Hist.23; εἷς ἄρτος, ὄ. ἰσχάς 85, cf. Cyr. 1.2.8; [τέχνη] ἡ τοῖς ὄ. (dishes) τὰ ἡδύσματα (sauces, seasonings) [ἀποδιδοῦσα μαγειρικὴ καλεῖται] R. 332d, cf. Tht. 175e, 2.99d; ὄ. ὀξέα καὶ δριμέα καὶ ἁλμυρά Cyr. 6.2.31; τοὺς παῖδας διδάσκομεν . . τῇ δεξιᾷ λαμβάνειν τοῦ ὄ. τῇ δʼ ἀριστερᾷ κρατεῖν τὸν ἄρτον 2.99d: metaph., ὄ. δὲ λόγοι φθονεροῖσι are a treat to the envious, N. 8.21. 2. relish, κρόμυον, ποτῷ ὄ. Il. 11.630; κολλύραν . . καὶ κόνδυλον ὄ. ἐπʼ αὐτῇ pudding and knuckle-sauce, Pax 123: metaph., λιμῷ ὅσαπερ ὄψῳ διαχρῆσθε ‘hunger is the best sauce’, Cyr. 1.5.12; ἡ ἐπιθυμία τοῦ σίτου ὄ. Mem. 1.3.5; ὄ. τροφῆς τὸ πεινῆν ap. Abst. 3.26; οἱ πόνοι ὄ. τοῖς ἀγαθοῖς Cyr. 7.5.80. 3. at Athens, esp.fish, the chief delicacy of the Athenians (πολλῶν ὄντων ὄ. ἐκνενίκηκεν ὁ ἰχθὺς μόνος ἢ μάλιστά γε ὄψον καλεῖσθαι 2.667f, cf. 7.276e); so in Pap., ὄ. as collective, = fish, PCair. Zen.82.17 (iii B. C.); in Mul. 1.37 ὄψα θαλάσσια is v.l. (dub.). II. market-place, esp. fishmarket, εἰς τοὖψον Frr. 247, 545, cf. 1.65.
‹ All lexicon entries