κρίνω
krino
separate, put asunder, distinguish
Appears 156 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
κρίνω [ῑ], Ep. 3sg. ind. κρίνησι (δια-) f.l. in 25.46: fut. κρῐνῶ, Ep., Ion. κρῐνέω (δια-) Il. 2.387: aor. ἔκρῑνα Od. 18.264, etc.: pf.κέκρῐκα Lg. 734c, etc.:—Med., fut. κρῐνοῦμαι Med. 609, but in pass. sense, Grg. 521e: aor. ἐκρῑνάμην Il. 9.521, etc.:—Pass., fut. κρῐθήσομαι Eu. 677, 6.37, etc.: aor. ἐκρίθην [ῐ] N. 7.7, etc.; 3pl. κρίθεν P. 4.168, ἔκριθεν 4.1462; Ep.opt. κρινθεῖτε (δια-) Il. 3.102, part. κρινθείς 13.129, Od. 8.48, inf. κρινθήμεναι 2.148: pf. κέκρῐμαι O. 2.30, 4.35, etc.; inf. κεκρίσθαι (ἀπο-) Men. 75c:—Aeol. κρίννω dub. in IG 12(2).278 (Mytil.): aor. ἔκριννε ib. 6.28(Mytil., ἐπ-); inf. κρίνναι ib.526b15:—Thess. pres. inf. κρεννέμεν ib.9(2).517.14 (Larissa):—A. separate, put asunder, distinguish, ὅτε τε ξανθὴ Δημήτηρ κρίνῃ . . καρπόν τε καὶ ἄχνας Il. 5.501, etc.; κρῖνʼ ἄνδρας κατὰ φῦλα 2.362. cf. 446; ἥλιος ἠὼ καὶ δύσιν ἔκρινεν 154.1; κ. τὸ ἀληθές τε καὶ μή Tht. 150b; τούς τε ἀγαθοὺς καὶ τοὺς κακούς Mem. 3.1.9, etc.:—also Med., ἀντία δʼ ἐκρίναντο δέμας καὶ σήματʼ ἔθεντο χωρὶς ἀπʼ ἀλλήλων 8.55:—Pass., κρινόμενον πῦρ 62.2. II. pick out, choose, ἐν δʼ ἐρέτας ἔκρινεν ἐείκοσιν Il. 1.309; ἐκ Λυκίης . . φῶτας ἀρίστους 6.188, cf. Od. 4.666, 9.90, 195, 14.217, etc.; κ. τινὰ ἐκ πάντων 6.129; κρίνασα δʼ ἀστῶν . . τὰ βέλτατα Eu. 487; δίδωμί σοι κρίναντι χρῆσθαι OC 641, etc.:—Med., κρίνασθαι ἀρίστους to choose the best, Il. 9.521, cf. 19.193, Od. 4.408, 530, etc.:—Pass., to be chosen out, distinguished, ἵνα τε κρίνονται ἄριστοι 24.507; esp. in partt., κεκριμένος picked out, chosen, Il. 10.417, Od. 13.182, al., 3.31; κρινθείς Il. 13.129, Od. 8.48; ἀρετᾷ κριθείς distinguished for . . , N. 7.7; κριθέντων ἐν τοῖς ἱερέοις approved . . , GDI 2049.15 (Delph.); ἀσπίδα . . κεκριμένην ὕδατι καὶ πολέμῳ proved by sea and land, AP 9.42 (); ἐν ζῶσι κεκριμένα numbered among . . , cj. in Supp. 969 (lyr.); εἰς τοὺς ἐφήβους κριθείς Am. 2. 2. decide disputes, κρίνων νείκεα πολλά Od. 12.440; ἔκριναν μέγα νεῖκος . . πολέμοιο 18.264: c.acc. cogn., οἳ . . σκολιὰς κρίνωσι θέμιστας judge crooked judgements, Il. 16.387; κ. δίκας 2.129; κρῖνε δʼ εὐθεῖαν δίκην Eu. 433, etc.; πρώτας δίκας κρίνοντες αἵματος ib.682; κρινεῖ δὲ δὴ τίς ταῦτα; Ra. 805; κ. κρίσιν R. 36oe; ἄριστα κ. 6.39; κρίνουσι βοῇ καὶ οὐ ψήφῳ they decide the question . . , 1.87; μίσει πλέον ἢ δίκῃ κ. 3.67; τὸ δίκαιον κ. 14.10; τῷ τοῦτο κρίνεις; by what do you form this judgement? Pl. 48; κ. περί τινος N. 5.40, Ap. 35d, Rh. 1391b9, etc.:— Pass., ἀγὼν κριθήσεται Eu. 677; κἂν ἰσόψηφος κριθῇ (sc. ἡ δίκη) ib. 741: impers., κριθησόμενον a decision being about to be taken, An. 3.9.6. b. decide a contest, e.g. for a prize, ἀγῶνα κ. Ra. 873; ἔργον ἐν κύβοις Ἄρης κρινεῖ Th. 414: c. acc. pers., κ. τὰς θεάς decide their contest, i.e. judge them, IA 72:—Pass., Supp. 601(lyr.); αἱ μάχαι κρίνονται ταῖς ψυχαῖς Cyr. 3.3.19:—Med. and Pass., of persons, have a contest decided, come to issue, κρινώμεθʼ Ἄρηϊ Il. 2.385, cf.18.209; ὁπότε μνηστῆρσι καὶ ἡμῖν . . μένος κρίνηται Ἄρηος Od. 16.269; βίηφι κ. Th. 882; dispute, contend, Nu. 66; περὶ ἀρετῆς 3.120; οὐ κρινοῦμαι . . σοι τὰ πλείονα Med. 609; δίκῃ περί τινος κρίνεσθαι 4.122; κρίνεσθαι μετά τινος v.l. in Jd. 8.1, Jb. 9.3; πολλαῖς μάχαις κριθείς 20 ; compete in games, c. acc. cogn., κριθέντα Πύθια JRS 3.295 ( Pisid.): pf. part., decided, clear, strong, κεκριμένος οὖρος Il. 14.19; πόνοι κεκρ. decided, ended, N. 4.1. c. win a battle, τὴν μάχην Ἀννίβας ἔκρινε 3.117.11. 3. adjudge, κράτος τινί Aj. 443:—Pass., τοῖς οὔτε νόστος . . κρίθη P. 8.84; τὰ κριθησόμενα the sum adjudged to be paid, 38.13 (iv A. D.). b. abs., judge, give judgement, ἄκουσον . . καὶ κρῖνον Fr. 473; ἀδίκως κ. 96, cf. Mon. 287, 576. c. Medic., bring to a crisis, τὸ θερμὸν φίλιόν [ἐστι] καὶ κρῖνον Aph. 5.22; κ. τὰ νοσήματα Nat. Fac. 1.13, al.:—Pass., of a sick person, come to a crisis, ἐκρίθη εἰκοσταῖος Epid. 1.15 (also impers. in Act., ἔκρινε τούτοισιν ἑνδεκαταίοισιν the crisis came . . , ib.18); τοῦ πάθους κριθέντος 19.24. 4. judge of, estimate, πρὸς ἐμαυτὸν κρίνων [αὐτόν] judging of him by myself, 21.154; πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν κ. 4.76:—Pass., ἴσον παρʼ ἐμοὶ κέκριται 7.16.αʹ; εὔνοιακαιρῷ κρίνεται 691. 5. expound, interpret in a particular way, τὸ ἐνύπνιον ταύτῃ ἔκριναν 1.120, cf. 7.19, Pr. 485, etc.:—in Med., ὁ γέρων ἐκρίνατʼ ὀνείρους Il. 5.150. 6. c. acc. et inf., decide or judge that . . , 1.30, 214, Tht. 17od, etc.; κρίνω σὲ νικᾶν Ch. 903; so, with the inf. omitted, ἀνδρῶν πρῶτον κ. τινά OT 34; Ἔρωτα δʼ ὅστις μὴ θεὸν κρίνει μέγαν Fr. 269; τὴν πόλιν ἀθλιωτάτην ἔκρινας R. 578b; ἐκ τῶν λόγων μὴ κρῖνε . . σοφόν 228:—Pass., Ἑλλήνων ἕνα κριθέντʼ ἄριστον Ph. 1345, cf. 2.40, etc. 7. decide in favour of, prefer, choose, κρίνω δʼ ἄφθονον ὄλβον Ag. 471, cf. Supp. 396 (both lyr.); τὴν ἐλπίδα τῆς τύχης πάρος Tr. 724; τινὰ πρό τινος R. 399e, cf. Phlb. 57e; τι πρός τι Phd. 110a (Pass.); εἴ σφε κρίνειεν Πάρις Tr. 928, cf. Av. 1103, Ec. 1155; choose between, δύʼ ἔσθʼ ἃ κρῖναι τὸν γαμεῖν μέλλοντα δεῖ, ἤτοι προσηνῆ γʼ ὄψιν ἢ χρηστὸν τρόπον 584. 8. c.inf.only, determine to do a thing, UPZ 42.37(ii B. C.), Ep.Tit. 3.12, 1 Ep.Cor. 2.2, etc.; ζῆν μεθʼ ὧν κρίνῃ τις ἄν (sc. ζῆν) with whom he chooses to live, 506; but τὸ βιάζεσθαι οὐκ ἔκρινε 15.32. 9. form a judgement of a thing, μὴ κρῖνʼ ὁρῶν τὸ κάλλος Mon. 333. III. in Trag., question, αὐτὸν . . ἅπας λεὼς κρίνει παραστάς Tr. 195; εἴ νιν πρὸς βίαν κρίνειν θέλοις ib.388; καὶ κρῖνε κἀξέλεγχʼ Ant. 399; μὴ κρῖνε, μὴ ʼξέταζε Aj. 586; σέ τοι, σὲ κρίνω El. 1445. 2. bring to trial, accuse, 2.29, 18.15, 19.233; κ. θανάτου judge (in matters) of life and death, Cyr. 1.2.14; κ. τινὰ προδοσίας 113; περὶ προδοσίας 15.129; κ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Lat. repetundarum, Caes. 4:—Pass., to be brought to trial, 6.29; θανάτου (δίκῃ add. cod. B) 3.57; Λεωκράτους τοῦ κρινομένου 1; κρίνομαι πρὸς Σωφρόνην; Epit. 529; τρὶς κρίνεται παρʼ ὑμῖν περὶ θανάτου 4.47; ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου 21.64: c. gen. criminis, κρίνεσθαι δώρων 27.3: κ. ἐπʼ ἀδικήματι 2.241e: abs., ὁ κεκριμένος 2.159. 3. pass sentence upon, condemn, 19.232:— Pass., to be judged, condemned, κακούργου . . ἐστι κριθέντʼ ἀποθανεῖν 4.47; μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε Ev.Matt. 7.1; τὰ κεκριμένα the judgement of a court, PRyl. 76.8 (ii A. D.). (κρῐ-ν-yω ἐ-κρῐ-ν-σα, cf. Lat. cerno (from *crǐ-n-), crībrum (from *crei-dhrom).)
‹ All lexicon entries