κοσμέω
kosmeo
order, arrange
Appears 67 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
κοσμέω, A. order, arrange, esp. set an army in array, marshal it, Il. 14.379; κοσμῆσαι ἵππους τε καὶ ἀνέρας 2.554:—Pass., ἐπεὶ κόσμηθεν ἅμʼ ἡγεμόνεσσιν ἕκαστοι 3.1; πένταχα κοσμηθέντες marshalled in five bodies, 12.87; of a population, διὰ τρίχα κοσμηθέντες 2.655; once in Od., of hunters, διὰ δὲ τρίχα κοσμηθέντες 9.157:—Med., κοσμησάμενος πολιήτας having arranged his men, Il. 2.806; so after Homer, κ. στρατόν (v.l. for κοιμήσων) Rh. 662; τάξεις κεκοσμημέναι Cyr. 2.1.26, cf. Phdr. 247a; ἐπὶ τάξις πλεῦνας ἐκεκοσμέατο 9.31. 2. generally, arrange, prepare, δόρπον ἐκόσμει Od. 7.13; κ. ἀοιδήν η Bacch. 59; ἔργα Op. 306; στέφανον Hipp. 74; τράπεζαν Cyr. 8.2.6; εἰς τάφον λέβητα El. 1401:—Pass., δεῖπνον κεκόσμηται N. 1.22; δεῖ οὕτω κοσμηθῆναι ὅκως . . 266; τὸ κοσμηθὲν αἷμα, = τὸν οἰκεῖον κόσμον κτησάμενον, 5.551. II. order, rule, τὴν πόλιν κ. καλῶς τε καὶ εὖ 1.59, cf. Aj. 1103; Σπάρτην ἔλαχες, κείνην κόσμει Fr. 723 (anap.); κ. ἐμαυτόν restrain myself, Hyps.Fr. 34(60).46; τὰ ἄλλα ἐκεκοσμέατό οἱ 1.100; τόν γε νοῦν κοσμοῦντα πάντα κοσμεῖν Phd. 97 c:—Pass., τὰ κοσμούμενα orderly institutions, Ant. 677: pf.part., of persons, orderly, ταπεινὸς καὶ κεκοσμημένος Lg. 716a; τεταγμένον τε καὶ κ. πρᾶγμα Grg. 504a. 2. in Crete, hold office of κόσμος III, οἱ κεκοσμηκότες Pol. 1272a35, cf. 22.15.1; Cret. κοσμίω Leg.Gort. 1.51, etc.; also κορμίω (q.v.). III. adorn, equip, dress, esp. of women, h.Hom. 6.11, Op. 72; κοσμῆσαί τινα πανοπλίῃ 4.180; τριπόδεσσι κ. δόμον I. 1.19; τινὰ πλούτῳ ὑπερβάλλοντι 3.10.6: c. dupl. acc., πρίν σε νυμφικὸν ἰστέφανον κοσμήσαμεν JRS 17.51 (Phrygia, iv A. D.):—freq. in Med., κοσμέεσθαι τὰς κεφαλάς to adorn their heads, 7.209; κοσμεῖσθαι σῶμα ὅπλοις Ph. 1359; ἐν φοινικίσι κοσμησάμενοι having decked themselves, 208:—Pass., χρυσῷ κοσμηθεῖσα h.Ven. 65; παῖσα δʼ Ἄρῃ κεκόσμηται στέγα 15.1; ἵπποι κεκοσμημένοι ὡς κάλλιστα 7.40; κεκ. ἐσθῆτι ποικίλῃ καὶ χρυσοῖσι στεφάνοις Ion 535 d, cf. Ph. 1064, 6.41, etc. 2. metaph., adorn, embellish, λόγους Med. 576; λόγους ῥήμασί τε καὶ ὀνόμασι κεκοσμημένους Ap. 17 c; τραγικὸν λῆρον Ra. 1005; κ. ἔργον ἄριστον ib.1027; τὸ λογικὸν ἔχεις ἐξαίρετον, τοῦτο κόσμει Epict. 3.1.26; λόγον εὐρυθμίαις 5.27; αὑτὸν λόγοις La. 196b , cf. 197 c; ἐπὶ τὸ μεῖζον κ. 1.21; τὸν . . τὴν ἐκείνων ἀρετὴν κοσμήσοντα (in speaking) 18.287:—Pass., ἦθος σεμνότητι -μημένον Acad.Ind. p.52 M. 3. honour, λουτροῖς σʼ ἐκόσμηςʼ El. 1139; κ. τάφον Ant. 396; νέκυν Tr. 1147; κ. καὶ τιμᾶν Cyr. 1.3.3; of persons, adorn, be an honour to, πατρίδα 947; νᾶσον εὐκλέα N. 6.46; Σαλαμῖνα κ. πατρίδα Fr. 530.3; [τὴν πόλιν] αἱ τῶνδε ἀρεταὶ ἐκόσμησαν 2.42. 4. bury, JHS 25.172, al. (Isauria). IV. Pass., to be assigned, ascribed to, ἐς τὸν Αἰγύπτιον νομὸν αὗται [αἱ πόλεις] ἐκεκοσμέατο 3.91; ἐς Πέρσας κεκοσμέαται 6.41; esp. of philosophic schools, κατὰ τὴν Ἀκαδημίαν κοσμεῖσθαι P. 1.231; οἱ κατὰ διαφόρους αἱρέσεις κοσμούμενοι M. 11.77.
‹ All lexicon entries