κέρδος
kerdos
gain, profit
Appears 63 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
κέρδος, εος, τό, A. gain, profit, Od. 23.140, etc.; ἐνόησεν ὅππως κ. ἔῃ how some advantage can be gained, what is best to be done, Il. 10.225; οὔ τοι τόδε κ. ἐγὼν ἔσσεσθαι ὀΐω ἡμῖν Od. 16.311, etc.; ποιέεσθαί τι ἐν κέρδεϊ, c. inf., 2.121.δʹ, 6.13; κ. νομίσαι τι 7.68; ὅτι . . 3.33; ἤν τι . . δάσωνται κ. ἡγεῖσθαι Cyr. 4.2.43; ἐκ πονηροῦ πράγματος κ. λαβεῖν 697; μέγʼ ἐστὶ κ., ἢν . . Mon. 359; πρὸς τὸ κ. βλέπειν ib.364; part., πᾶν κ. ἡγοῦ ζημιουμένη φυγῇ Med. 454; κ. ἐστί μοι, c. inf., τί δῆτʼ ἐμοὶ ζῆν κ.; Pr. 747; τί κ. ἦν αὐτῷ διαβάλλειν ἐμέ; 8.13, cf. Ec. 607, 610: pl., gains, profits, περιβαλλόμενος ἑωυτῷ κέρδεα 3.71; τὰ δειλὰ (v.l. δεινὰ) κ. Ant. 326; τὰ κ. μείζω φαίνεσθαι τῶν δεινῶν 4.59; τὰ πονηρὰ κ. 270:— κ. (metaph.) opp. ζημία (damage), EN 1132a12, (lit.) opp. ζημἱα (damages), ib.14; ζημίαν λαβεῖν ἄμεινόν ἐστιν ἢ κ. κακόν Fr. 807. 2. desire of gain, κέρδει καὶ σοφία δέδεται P. 3.54; ἄνδρας τὸ κ. πολλάκις διώλεσεν Ant. 222; εἰς τὸ κ. λῆμʼ ἔχων ἀνειμένον Heracl. 3: pl., κερδῶν ἄθικτος Eu. 704; ἐν τοῖς κέρδεσιν μόνον δέδορκε OT 388; μὴ ʼπὶ κέρδεσιν λέγων Ant. 1061, cf. Hec. 1207; of persons, ἡμέτερα κ. τῶν σοφῶν ( = ἡμῶν τῶν σ.) you of whom we wise men make gain, Nu. 1202. 3. iron. (cf. κερδαίνω II), ἀστεῖόν γε κ. ἔλαβεν ὁ κακοδαίμων ib.1064. II. in pl., cunning arts, wiles, ὃς δέ κε κ. εἰδῇ Il. 23.322, cf. 709, al.; κέρδεσιν, οὔ τι τάχει γε παραφθάμενος ib.515; φρένας ἐσθλὰς κέρδεά θʼ Od. 2.118, cf. 88; ἐγὼ δʼ ἐν πᾶσι θεοῖσι μήτι τε κλέομαι καὶ κέρδεσιν 13.299; ἐνὶ φρεσὶ κέρδεʼ ἐνώμας 18.216; κακὰ κ. βουλεύουσιν ‘they mean mischief’, 23.217. (Cf. OIr. cerd ‘art’, ‘craft’, Welsh cerdd ‘craft’ or ‘music’.)
‹ All lexicon entries