καταδέω
katadeo
bind on
Appears 3 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
καταδέω (A), fut. -δήσω, A. bind on or to, bind fast, πρυμνήσια, ἱστόν, Il. 1.436 (tm.), Od. 2.425 (tm.); ἵππους μὲν κατέδησαν . . ἱμᾶσι φάτνῃ ἐφʼ ἱππείῃ Il. 10.567; ἐπʼ ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν 8.434; ἐμὲ μὲν κατέδησαν . . ἐνὶ νηΐ Od. 14.345; κ. λάρνακας 3.123:—Pass., καταδεδεμένος τοὺς ὀφθαλμούς 2.122; ἐν φόβῳ καταδεθεῖσα Ion 1498 (lyr.) (so μανίη καταδεῖ τινα 7.85); καταδεῖται ψυχὴ ὑπὸ σώματος Phd. 83d; γλῶττα -δεδεμένη HA 492b32:—Med., bind to oneself, ἀγχόνιον βρόχον κατεδήσατο Hel. 687 (lyr.); σπόγγους περὶ τὰ ὦτα Pr. 960b15: metaph., ἀριθμῷ καταδήσασθαι tie up for oneself in lots, Rh. 11.3; καταδησαμένη τινὰ ὁρκίοις 12.3. b. κ. τι ἀπό or ἔκ τινος, metaph., establish securely, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν ὠφέλειαν ἀπὸ [τοῦ συλλογισμοῦ] in Alc.p.252 C., cf. in de An. 15.34. 2. bind up, θραῦμα, τραύματα, Si. 27.21, Ev.Luc. 10.34. 3. put in bonds, imprison, 3.143, 8.15, Ti. 70e, etc.; κ. τὴν ἐπὶ θανάτῳ (sc. δέσιν) 5.72. 4. convict of a crime, opp. ἀπολύω, c. inf., κ. τινὰ φῶρα εἶναι 2.174, cf.4.68. II. tie down, stop, check, ἀνέμων κατέδησε κελεύθους or κέλευθα, Od. 5.383, 10.20; ὅς μοι ἐφορμήσας ἀνέμους κατέδησε κελεύθου 7.272, cf. 4.380; τοῦ γε θεοὶ κατὰ νόστον ἔδησαν 14.61. III. bind by spells, enchant (with fut. -δήσομαι 2.3), Fr. 6.7 (Pass.), SIG 1175.2 (iv/iii B.C.), etc.; κ. τὸ ἐργαστήριόν τινος Tab.Defix. 71.2 (iii B.C.); κ. τινὰ γλῶτταν καὶ ψυχὴν καὶ λόγον Tab.Defix.Aud. 49.1 (iv/iii B. C.); γοητεῦσαι καὶ κ., of , 50.5:—Pass., Tab.Defix. 107a2, 38, 2.378f; cf. καταδηνύω, καταδίδημι.
‹ All lexicon entries