Plato Greek Lexicon καταχέω

καταχέω

katacheo

pour down upon, pour over

Appears 13 times across Plato's dialogues.

Frequency by work

Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.

Dictionary (LSJ)

καταχέω, Il. 6.496 (tm.), al.: aor. 1 κατέχεα, Ep. and Lyr. κατέχευα (v. infr.):—Med., Ep.aor. 1 κατεχεύατο Call. Hec. 1.1.11; inf. -χέασθαι Hdt. 1.50:—Pass., pf. κατακέχυμαι Orac. ap. Hdt. 7.140 (tm.): aor. -εχύθην E. Hipp. 854 (lyr.): Ep.aor.Pass. (freq. in tm.) κατέχυτο, κατέχυντο, Il. 20.282, Od. 12.411, h.Ven. 228:—A. pour down upon, pour over, c. dat., κὰδ δέ οἱ ὕδωρ χεῦαν Il. 14.435; so ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν θεσπεσίην κατέχευε Od. 7.42; ὄρεος κορυφῇσι Νότος κατέχευεν ὀμίχλην Il. 3.10; τῷ γε χάριν κατέχευενʼ Ἀθήνη Od. 2.12, etc.; σφιν . . πλοῦτον κατέχευε Κρονίων Il. 2.670; μὴ σφῶϊν ἐλεγχείην καταχεύῃ 23.408, cf. Od. 14.38; οἷ . . κατʼ αἶσχος ἔχευε 11.433; ἐμῇ κεφαλῇ κατʼ ὀνείδεα χεῦαν 22.463; νεφέλαν κρατὶ κατέχευας Pi. P. 1.8; ἀντιπάλοις φόνον Epigr. ap. Plu. Marc. 30:—Pass., κὰδ δʼ ἄχος οἱ χύτο ὀφθαλμοῖσι Il. 20.282; κατὰ . . ὀρόφοισιν αἷμα . . κέχυται Orac. ap. Hdt. l. c.; δάκρυσι βλέφαρα-χυθέντα E.l.c.; οἱ -χυθέντες J. BJ 3.7.29:—also Act. c. gen., rarely in Hom., ὅς σφωϊν . . ἔλαιον χαιτάων κατέχευε Il. 23.282, cf. 765: freq. later, καταχέουσι αἷμα τοῦ ἀκινάκεος Hdt. 4.62; κατάχει σὺ τῆς χορδῆς τὸ μέλι Ar. Ach. 1040; ἔτνος τοὐλατῆρος ib.246; τοῦ δήμου καταχεῖν . . πλουθυγίειαν Id. Eq. 1091; ἵππερόν μου κατέχεεν τῶν χρημάτων Id. Nu. 74, cf. Pl. 790; βλασφημίαν τῶν ἱερῶν κ. Pl. Lg. 8ood; also κὰδ δὲ χευάτω μύρον . . κὰτ τὼ στήθεος Alc. 36, cf. Pl. R. 398a:—Med., κατὰ τῶν ἱματίων καταχεόμενοι [ἄκρατον] letting it be poured over . . , Id. Lg. 637e:— Pass., κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ Ar. V. 7. 2. simply, pour, shower down, χιόνα, νιφάδας ἐπὶ χθονί, Od. 19.206, Il. 12.158; ψιάδας κ. ἔραζε 16.459; so κατὰ δʼ ἠέρα πουλὺν ἔχευεν 8.50; κατὰ δʼ ὕπνον ἔχευεν Od. 11.245:—Med., νότος . . χύσιν κατεχεύατο φύλλων Call.l.c.:—Pass., ἴδρως κακχέεται Sapph. 2.13. b. throw, cast down, θύσθλα χαμαὶ κατέχευαν Il. 6.134; κατὰ δʼ ἡνία χεῦεν ἔραζε 17.619; ὅπλα τε πάντα εἰς ἄντλον κατέχυνθʼ Od. 12.411; πέπλον μὲν . . κατέχευεν ἐπʼ οὔδει let the robe fall upon the floor, Il. 5.734; τεῖχος . . εἰς ἅλα πᾶν κ. 7.461:—Med., Pl. Ti. 41d; χαίταν let fall, Call. Cer. 5. c. metaph., κοινολογίας . . ἡδονὴν -χεούσης Phld. D. 3.14. 3. Pass., to be poured over the ground, be there in heaps, ὁ χῶρος, ἐν ᾧ αἱ ἄκανθαι [τῶν ὀφίων] κατακεχύαται Hdt. 2.75; of persons, to be spread, dispersed, Eun. Hist.p.239 D. II. cause to flow, run, [χρυσὸν] ἐς πίθους τήξας κ. Hdt. 3.96:—Med., χρυσὸν καταχέασθαι to have it melted down, Id. 1.50.
‹ All lexicon entries