κάλλος
kallos
beauty
Appears 109 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
κάλλος, εος, Att. ους, τό, (καλός) A. beauty, esp. of body, Il. 9.130, 20.235, etc.; κάλλεΐ τε στίλβων καὶ εἵμασιν 3.392; κάλλεϊ καὶ Χάρισι στίλβων Od. 6.237; περί τʼ ἀμφί τε κ. ἄητο h.Cer. 276: in a concrete sense, as though external to the body, κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν ἀμβροσίῳ, οἵῳ Κυθέρεια χρίεται Od. 18.192: freq. in Trag. and Prose, γυναῖκε . . κάλλει ἀμώμω Pers. 185; κ. σώματος 105; opp. αἶσχος, Smp. 201a: in a general sense, τῶν ἔργων τῷ μεγέθει καὶ τῷ κάλλει χαλεπὸν ἐξισῶσαι τοὺς ἐπαίνους 12.36; χώρη κάλλεϊ καὶ ἀρετῇ μέγα ὑπερφέρουσα 8.144, cf. Chrm. 157e, 1.30; of ships, [3.17]; ἀρετὴ ἂν εἴη κ. ψυχῆς R. 444d; τὸ τῶν μαθημάτων κ. Grg. 475a; ἐς κάλλος with an eye to beauty, so as to set off her beauty, El. 1073; οὐ γὰρ ἐς κ. τύχας δαίμων δίδωσιν so as to regard beauty or show, Tr. 1201; ὁ εἰς κ. βίος, opp. αἰσχρουργία, Ages. 9.1; ἐς κ. ζῆν Cyr. 8.1.33; but ἐς κ. κυνηγετεῖν hunt for pleasure, Cyn. 25.9: in pl., σωμάτων κάλλη, opp. ψυχῶν ἀρετή, Criti. 112e. 2. concrete, of persons, κ. κακῶν ὕπουλον OT 1396; of a bird, 21 codd.; mostly of women, a beauty, τὴν θυγατέρα, δεινόν τι κάλλος καὶ μέγεθος Cyr. 5.2.7; Γαλάτεια, κάλλος Ἐρώτων 8 (nisi leg. θάλος) ; Ἑλένη καὶ Λήδα καὶ ὅλως τὰ ἀρχαῖα κάλλη DMort. 18.1, cf. Im. 2. 3. in pl., beautiful things, as garments and stuffs, ἐν ποικίλοις . . κάλλεσιν βαίνειν Ag. 923; βάπτειν τὰ κ. 333, cf. Phd. 110a, 7.63, s.v.; κυπαρίττων ὕψη καὶ κάλλη Lg. 625c; μεγέθεσιν κάλλεσίν τε ἔργων Criti. 115d, etc.; τὰ κ. τῆς ἑρμηνείας beauties of style, 5.1 (also in sg., τὸ κ. τῆς ἑρμ. Comp. 3); κάλλεα κηροῦ beautiful works of wax, i.e. honeycombs, AP 9.363.15 (); κάλλη τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἱερῶν 3.25; κ. οἰκοδομημάτων, = καλὰ οἰκοδομήματα, 2.409a, cf. 935a, 65.15. 4. name for six, in Nic. p.34 P.
‹ All lexicon entries