ἵστημι
histemi
make to stand
Appears 166 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἵστημι (cf. ἱστάω, ἱστάνω), I. causal, make to stand, imper. ἵστη Il. 21.313, Supp. 1230, καθ-ίστα Il. 9.202: impf. ἵστην, Ep. ἵστασκε Od. 19.574; 3pl. ἵσταν 10.112: fut. στήσω, Dor. στᾱσῶ 5.54: aor. 1 ἔστησα, Ep. 3pl. ἔστᾰσαν for ἔστησαν dub. in Od. 18.307, 3.182, 8.435, al. (v. ἔστᾰσαν): hence, in late Poets, ἔστᾰσας, ἔστᾰσε, AP 9.714,708 (): aor. 1 Med. ἐστησάμην (never intr.), v. infr. A.ΙΙΙ.2, 3: pf. ἕστᾰκα 3, (καθ-) Eux. 28, UPZ 112.5 (ii B.C.), (περι-) Ax. 370d, (ἀφ-) Je. 16.5, (παρ-) Rh. 1.9S., al., (συν-) M. 7.109; also ἕστηκα (v. infr.) in trans. sense, (δι-) Vent. 973a18, (ἀφ-) v.l. in l.c.; ἑστακεῖα trans. in Test.Epict. 1.25. II. intr., stand, 1. Act., aor. 2 ἔστην, Ep. στάσκον Il. 3.217; 3pl. ἔστησαν, more freq. in ἔσταν, στάν [ᾰ]; imper. στῆθι, Dor. στᾶθι 29, 23.38; subj. στῶ, Ep. 2 and 3sg. στήῃς, στήῃ (for στῇς, στῇ), Il. 17.30, 5.598; 1pl. στέωμεν (as disyll.) 22.231, στείομεν 15.297; opt. σταῖεν, Ep. 3pl. σταίησαν 17.733; inf. στῆναι, Ep. στήμεναι 17.167, Od. 5.414, Dor. στᾶμεν P. 4.2; part. στάς: pf. ἕστηκα: plpf. ἑστήκειν, sts. with strengthd. augm. εἱστήκειν, as HF 925, Av. 513, 1.89, etc.; Ion. 3sg. ἑστήκεε 7.152:—from downwds. the shorter dual and pl. forms of the pf. are preferred, ἕστᾰτον, ἕστᾰμεν, ἕστᾰτε, ἑστᾶσι (IG 12(8).356 (Thasos, vi B.C.), etc.), in ἑστέᾱσι; imper. ἕστᾰθι 5; subj. ἑστῶ; opt. ἑσταίην; inf. ἑστάναι, Ep. ἑστάμεν, ἑστάμεναι (ἑστηκέναι only late, as VH 3.18); part. ἑστώς (ἑστηκώς rare in early Gr., 2.126, Men. 93d, Lg. 802c, (infr. B.ΙΙ.2), 126.16, εἱστηκότα IG 12.374.179), fem. ἑστῶσα (not ἑστυῖα; but συνεστηκυιῶν prob. in Aër. 10), neut. ἑστός Ti. 40b, Tht. 183e, SIG 1234 (Lycia), etc., (καθ-) POxy. 68.32 (ii A.D.), (ἐν-) PRyl. 98 (a).10 (ii A.D.), (παρ-) Eq. 564 (-ώς freq. v.l. as in and ll.cc., preferred by in Theod. 2.313); gen. ἑστῶτος; Ion. ἑστεώς, ἑστεός, ῶτος; Ep. ἑστηώς Th. 747; dat. pl. ἑστηῶσι cj. in 16.5, cf. Dian. 134; does not use the nom., but has gen. ἑστᾰότος, acc. ἑστᾰότα, nom. pl. ἑστᾰότες, as if from ἑσταώς: so also plpf. ἑστάτην, ἕστᾰμεν, ἕστᾰτε, ἕστᾰσαν: late pres. ἑστήκω, formed from pf., ap. 10.412e: hence, fut. ἑστήξω Epigr. 15.14, Cyr. 6.2.17, 1.25, ἑστήξομαι Cyn. 10.9 codd. 2. Pass., ἵσταμαι: imper. ἵστασο Sc. 449, ἵστω Ph. 893, Ec. 737: impf. ἱστάμην: fut. στᾰθήσομαι 3.34, 3.103: more freq. στήσομαι Il. 20.90, etc.: aor. ἐστάθην Od. 17.463, etc.; rarely ἔστην, Dor. 3sg. ἔσστα SIG 56.43 (Argos, v B.C.): pf. ἕσταμαι (δι-) v.l. in Ti. 81d, κατεστέαται v.l. in 1.196. (From I.-E. sthā-, cf. Skt. sthā- (aor. á-sthā-t), Lat. stare, etc.; Gr. redupl. pres. and pf. fr. si-sthā-, se-sthā-.) A. Causal, make to stand, set up, πελέκεας ἑξείης Od. 19.574; ἔγχος μέν ῥʼ ἔστησε φέρων πρὸς κίονα he set it against the pillar, 1.127, cf. Il. 15.126; ἱ. ἱστόν set up the loom, or raise the mast (v. ἱστός I and ΙΙ); κρητῆρας στήσασθαι to have bowls set up, Od. 2.431; θεοῖς . . κρητῆρα στήσασθαι in honour of the gods, Il. 6.528; στῆσαί τινα ὀρθόν, στ. ὀρθὰν καρδίαν, P. 3.53,96; ὀρθῷ στ. ἐπὶ σφυρῷ I. 7(6).13; ἐς ὀρθὸν ἱ. τινά Supp. 1230; ὁ Ξανθίας τὸν φαλλὸν ὀρθὸν στησάτω Ach. 243; ὀρθὸν οὖς ἵστησιν El. 27; στῆσαι λόγχας, for battle, Ant. 145(lyr.); esp. raise buildings, statues, trophies, etc., ἱ. ἀνδριάντα 2.110; τροπαῖα Tr. 1102; τροπαῖον ἱ. τῶν πολεμίων 4.150, cf.IG 22.1457.26; τροπαῖον στησάμενοι HG 2.4.7; τροπαῖον ἂν στήσαιτο τῶν ταύτης τρόπων Pl. 453; τὰ μακρὰ στῆσαι τείχη 1.69; ἱ. τινὰ χαλκοῦν set him up in brass, raise a brazen statue to him, 13.21, 19.261 (so in pf., stand, οὗτος ἕστηκε λίθινος 2.141:—Pass., σφυρήλατος ἐν Ὀλυμπία στάθητι Phdr. 236b; σταθῆναι χαλκοῦς Rh. 1410a33). II. set, place, of things or persons, τρίποδʼ ἔστασαν ἐν πυρί Od. 8.435, etc.; ὥς σʼ ἄγχι γῆς στήσωσι Καδμείας OC 399, etc.; fix, τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὴν γῆν VA 1.10; esp. set men in order or array, πεζοὺς δʼ ἐξόπιθε στῆσεν Il. 4.298, cf. 2.525, etc.; στῆσαί τινας τελευταίους Cyr. 6.3.25, etc. III. bring to a standstill, stay, check, λαὸν δὲ στῆσον Il. 6.433; νέας, ἵππους, ἡμιόνους στῆσαι, Od. 3.182, Il. 5.755, 24.350; μύλην στῆσαι to stop the mill, Od. 20.111; στῆσεν ἄρʼ (sc. ἡμιόνους) 7.4; στῆσε δʼ ἐν Ἀμνισῷ (sc. νῆα) 19.188; βᾶριν Myst. 6.5; στῆσαι τὴν φάλαγγα halt it, Cyr. 7.1.5; ἵστησι ῥοῦν Cra. 437b, etc.; ἵ. τὴν ψυχὴν ἐπὶ τοῖς πράγμασιν ib.437a; στ. τὰ ὄμματα fix them, of a dying man, Phd. 118; στ. τὸ πρόσωπον compose the countenance, Cyr. 1.3.9; στήσαντες ἐπὶ τούτων τὴν διήγησιν 3.2.6: esp. in Medic., ἵ. κοιλίαν 1.20; τὰς κοιλίας Philotim. ap. 4.10.1; αἱμορραγίας 1.129: abs., HA 605a29:—Med., ἱστάμενος τῷ νοσήματι Ep. 19 (Hermes 53.65). 2. set on foot, stir up, κονίης . . ἱστᾶσιν ὀμίχλην Il. 13.336; ἵστη δὲ μέγα κῦμα 21.313; νεφέλην ἔστησε Κρονίων Od. 12.405, cf. Il. 5.523; of battle, etc., φυλόπιδα στήσειν stir up strife, Od. 11.314; ἔριν στήσαντες 16.292 (so intr. φύλοπις ἕστηκε the fray is on foot, Il. 18.172):—also in Med., στησάμενοι δʼ ἐμάχοντο ib.533, Od. 9.54; πολέμους ἵστασθαι 7.9.βʹ, 175, 236; so ἱστάναι βοήν Ch. 885; κραυγήν Or. 1529 (Pass., θόρυβος ἵσταται βοῆς arises, Ph. 1263); also of passions and states of mind, μῆνιν, ἐλπίδα στῆσαι, OT 699, IA 788(lyr.). 3. set up, appoint, τινὰ βασιλέα 1.97; τύραννον OT 940, cf. OC 1041, Ant. 666:—Med., ἐστάσαντο τύραννον 37A; φύλακας στησόμεθα R. 484d:—Pass., ὁ ὑπὸ Δαρείου σταθεὶς ὕπαρχος 7.105, cf. IG 9(1).32.23 (Stiris, ii B.C.). 4. establish, institute, χορούς, παννυχίδα, 3.48, 4.76 (so στήσασθαι ἤθεά τε καὶ νόμους 2.35; ἀγῶνα h.Ap. 150); στῆσαι χορόν, Ὀλυμπιάδα, ἑορτάν, P. 9.114, O. 2.3, 10(11).58; κτερίσματα El. 433; χορούς 10.112, 21.51; οὐχ ὑγιῶς ἱστάμενος λόγον setting up a bad argument, 26.34:—Pass., ἀγορὴ ἵσταταί τινι 6.58. 5. = Lat. statuere, determine, γνῶναι καὶ στῆσαι 8.68; διαγεινώσκειν καὶ ἱστάναι Not. Arch. 4.21 (Aug.):—Pass., τὰ ὑπό τινος σταθέντα OGI 665.27 (Egypt, i A.D.); τὰ ἑσταμένα Wilcken Chr. 167.27 (ii B.C.). 6. fix by agreement, ὁ σταθεὶς τόκος PGrenf. 1.31.1 (i B.C.), cf. PFlor. 14.11 (iv A.D.); τὸ ἑσταμένον ἐνοίκιον BGU 253.15 (iii A.D.). 7. bring about, cause, ἀμπνοάν P. 4.199; στῆσαι δύσκηλον χθόνα make its case desperate, Eu. 825. IV. place in the balance, weigh, Il. 19.247, 22.350, 24.232, V. 40; [ἐκπώματα] Char. 18.7; ἀριθμοῦντες καὶ μετροῦντες καὶ ἱστάντες Cyr. 8.2.21, etc.; ἱστάναι τι πρὸς ἀργύριον weigh a thing against silver, 2.65; ἀγαθὸς ἱστάναι good at weighing, Prt. 356b; τὸ ἐγγὺς καὶ τὸ πόρρω στήσας ἐν τῷ ζυγῷ ibid., cf. 10.18; ἐπὶ τὸ ἱστάναι ἐλθεῖν have recourse to the scales, Euthphr. 7c:—Pass., ἵστασθαι ἐπὶ ζυγοῦ Epict. 1.29.15; σταθείς weighed, 11(2).161B 113 (Delos, iii B.C.). 2. weigh out, pay, 3 Ki. 21.39, cf. Za. 11.12, Ev.Matt. 26.15. B. Pass. and intr. tenses of Act., to be set or placed, stand, etc., ἀγχοῦ, ἆσσον, Il. 2.172, 23.97; ἄντα τινός 17.30; ἐς μέσσον Od. 17.447; σταθεὶς ἐς μέσον 3.130; ἀντίοι ἔσταν, ἐναντίοι ἔστησαν, Il. 1.535, Od. 10.391: prov. of critical circumstances, ἐπὶ ξυροῦ ἵσταται ἀκμῆς Il. 10.173: freq. merely a stronger form of εἶναι, to be in a certain place or state, ἀργύρεοι σταθμοὶ ἐν χαλκέῳ ἕστασαν οὐδῷ Od. 7.89, etc.; ἑστάτω for ἔστω, Aj. 1084; τὰ νῦν ἑστῶτα,= τὰ νῦν, Tr. 1271 (anap.); ἐμοὶ δʼ ἄχος ἕστᾱκεν Aj. 200(lyr.): with Adv., ξυμφορᾶς ἵνʼ ἕσταμεν, ἵνʼ ἕστ. χρείας, in what case or need we are, Tr. 1145, OT 1442; ποῦ τύχης ἕστηκεν; Aj. 102; later also ἀδίκως, ὀρθῶς, εὐλαβῶς ἵστασθαι, behave wrongly, etc., 18.3.2, 33.6.3, 18.33.4. 2. take up an intellectual attitude, ὡς ἵστασθαι δεῖ περὶ χρημάτων κτήσεως Oec.p.38J.; οὐκ ὀρθῶς ἵ. Rh. 1.53S. 3. in pregnant sense, στῆναι ἐς . . 9.21; στ. ἐς δίκην IT 962; στ. παρά τινα Il. 24.169 (but οἱ μὴ στάντες παρὰ τὰ δεινά those who did not face the danger, 9.28): c. acc. loci, τί τοῦτʼ αἰθερίαν ἕστηκε πέτραν; Supp. 987 (lyr.); στῆτε τόνδε τρίβον Or. 1251:c. acc. cogn., ποίαν μʼ ἀνάστασιν δοκεῖς . . στῆναι; Ph. 277. II. stand still, halt, ἀλλʼ ἄγε δὴ στέωμεν Il. 11.348, cf. Od. 6.211, 10.97; opp. φεύγω, 6.199, etc.; stand idle, Il. 4.243, al.; ἑστάναι to be stationary, opp. κινεῖσθαι, R. 436c, etc.; κατὰ χώρην ἑστάναι 4.97; οὐ μὴν ἐνταῦθʼ ἕστηκε τὸ πρᾶγμα does not rest here, 21.102, cf. 10.36; ἐὰν ἡ κοιλία στῇ if the bowels are constipated, HA 588a8: c. part., οὐ στήσεται ἀδικῶν 10.10; come to a stop, rest satisfied, ἄν τις ὀρθῶς ἐπιβάλῃ, ἔπειτα σταθῇ Fr. 423; οὐχ ἱστάμενοι 3.1.2: impers., ἵσταται there is a stop, one comes to a stop, APr. 43a37, al.; οὐκ ἔστη ἐνταῦθα κακοῖς γενομένοις ἀποθανεῖν 3.2.8; also ἵστασθαι μέχρι τοῦ γένους in APo. 55.8,al. 2. metaph., stand firm, HG 5.2.23; τῇ διανοίᾳ 21.11.3; of arguments or propositions, hold good, Rh. 1.83, 2.192 : part., ἑστηκώς fixed, stable, GA 776a35, EN 1104a4, Metaph. 1047a15; δεῖ τὸ κρίμα ἑστηκὸς καὶ κύριον εἶναι SIG 826ii29 (Delph., ii B.C.); λογισμὸς ἑστὼς καὶ νουνεχής 3.105.9; τέχναι οὐκ ἔχουσαι τὸ ἑστηκός, ἀλλὰ τὸ στοχαστικόν Rh. 1.71S.(so Adv. ἑστηκότως, opp. στοχαστικῶς, ib.70S.), cf. Protr. 21.κʼ; χρεία ἑστηκυῖα καὶ τεταγμένη 6.25.10; ἑστηκότα θεωρήματα, ἑστηκότες σκοποί, Rh. 1.2S., Po. 5.22; of age, ἑστηκυῖα ἡλικία Lg. 802c; τιμαὶ ἑστηκυῖαι fixed prices, PTeb.ined.703.177. III. to be set up or upright, stand up, rise up, κρημνοὶ ἕστασαν Il. 12.55; ὀρθαὶ τρίχες ἔσταν 24.359, cf. Th. 564(lyr.), Ion 535c, etc.; κονίη ἵστατο Il. 2.151; ἵστατο κῦμα 21.240; of a horse, ἵστασθαι ὀρθός to rear, 5.111; ἵστασθαι βάθρων from the steps, OT 143. 2. to be set up, erected, or built, στήλη, ἥ τʼ ἐπὶ τύμβῳ ἑστήκῃ Il. 17.435; ἕστακε τροπαῖον Th. 954(lyr.); μνημεῖον Eq. 268, etc.; v. supr. A.II. 3. generally, arise, begin, ἵστατο νεῖκος Il. 13.333; cf. A. III.2. 4. in marking Time, ἔαρος νέον ἱσταμένοιο when spring is not long begun, Od. 19.519; ἕβδομος ἑστήκει μείς the seventh month was begun, Il. 19.117; τοῦ μὲν φθίνοντος μηνός, τοῦ δʼ ἱσταμένοιο as one month ends and the next begins, Od. 14.162, cf. Op. 780; later μὴν ἱστάμενος, μεσῶν, φθίνων, first in 6.57, 106, cf. 1.121, 3.67; σχεδὸν ἤδη μεσημβρία ἵσταται Phdr. 242a. 5. to be appointed, στῆναι ἐς ἀρχήν 3.80; v. supr. A.III.3.
‹ All lexicon entries