ἡλικία
helikia
time of life, age
Appears 95 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἡλικία, Ion. ἡλικίη, Dor. ἁλικία, ἡ, (ἧλιξ) A. time of life, age, ἤν πως ἡλικίην αἰδέσσεται ἠδʼ ἐλεήσῃ γῆρας Il. 22.419; γηραιὸν μέρος ἁλικίας P. 4.157; παρὰ τὸν ἁλικίας ἐοικότα χρόνον O. 4.29; τήνδʼ ἡ. ἀστῶν, i.e. their old age, Pers. 914: acc. used adverbially, in age, νέος ἡλικίην 3.134; ἐτέων ἐὼν ἡλικίην πέντε καὶ τριήκοντα 1.26, cf. Cyn. 2.3: so in dat., ἡλικίᾳ ἔτι τότε ὢν νέος 5.43; προεληλυθότες ταῖς ἡ. HG 6.1.4; also ὑπὸ τῆς ἡ. from our age, La. 180d; αἱ διʼ ἡλικίαν ἄτοκοι Tht. 149c; οἱ ἐν τῇ αὐτῆ ἡ. 1.80; τὸ ἀχρεῖον τῆς ἡ. 2.44; ὅταν . . τοῦ γεννᾶν ἐκβῶσι τὴν ἡ. R. 461b; πόρρω τῆς ἡ. to an advanced age, Grg. 484c; προήκων ἐς βαθὺ τῆς ἡ. Nu. 514; προϊούσης τῆς ἡ, Phdr. 279a; ὁ παρʼ ἡλικίαν νοῦς beyond oneʼs age, Mon. 690: in pl., ἐν ἁπάσαις ταῖς ἡ. R. 412e, cf. Lg. 625b, al. 2. prime of life, manhood, ἐν ἁλικίᾳ πρώτᾳ N. 9.42; αὐτὴ ἡ ἡ. τῶν νέων κατέκρινε 4.4.2; ἡλικίαν ἔχειν, εἰς ἡ. ἐλθεῖν, ἀφικέσθαι, Euthd. 306d, Tht. 142d, Men. 89b; ἡλικίην ἔχειν c. inf., to be of fit age for doing, 1.209, cf. Tht. 146b; ἡλικίας μετέχειν 7.60; οἱ ἐν τῇ ἡλικίᾳ men of military age, 8.75; ἐν ἡλικίᾳ στρατεύεσθαι 4.7; ἐστρατευμένος ἁπάσας τὰς ἐν ἡλικίᾳ στρατείας 21.95; οἱ τῆς ἡ. ἐντὸς γεγονότες 2.50; ἡ καθεστηκυῖα ἡ. maturity, 2.36, cf. IG 12(7).239.21 (Amorgos); of women, womanhood, marriageable age, Prorrh. 2.30, 59.22; αἱ ἐν ἡ. γυναῖκες R. 461b; τὴν ἡλικίαν τὴν ἑαντοῦ καταμεμψάμενος 7.14: in pl., οἱ ταῖς ἡ. οὐ καλῶς κεχρημένοι 1.194. 3. youthful passion, ἡλικίῃ καὶ θυμῷ ἐπιτρέπειν 3.36; εἴκειν 7.18. 4. maidenhood, τὴν ἡ. οὐ καλῶς διαφυλάξασαν 1.182. II. as collective Noun,= οἱ ἥλικες, those of the same age, comrades, ὃς ἡλικίην ἐκέκαστο ἔγχεϊ Il. 16.808, cf. P. 1.74; esp. those of military age, τῆς ἡ. ἀπούσης ἐν ταῖς ναυσί 2.49, cf. 3.67, 8.1, etc.; also, men of any age, παίδων τε καὶ ἀνδρῶν καὶ πάσης ἡ. Lg. 959e. III. time, ταῦτα ἡλικίην ἂν εἴη κατὰ Λάϊον about the time of Laius, 5.59, cf. 60, 71; ἡ. τετρακοσίοισι ἔτεσι . . πρεσβυτέρους 2.53. IV. age, generation, ἐπὶ τῆς νῦν ἡ. 4.167; πρὸ τῆς ἡμετέρας ἡ. 1.38; εἰς τὴν νῦν ζῶσαν ἡ. 60.11; πολλαῖς ἔμπροσθεν ἡ. Per. 27, cf. 5.37. V. of the body, stature, as a sign of age, 3.16, Euthd. 271b, 40.56; τῇ ἡ. μικρός Ev.Luc. 19.3 (but προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡ. πῆχυν ἕνα add a cubit to oneʼs age (cf. πήχυιος), Ev.Matt. 6.27); ἄνδρας ἡμισταδιαίους τὰς ἡ. VH 1.40; height of a pillar, Syr.D. 28.
‹ All lexicon entries