γέλως
gelos
laughter
Appears 36 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
γέλως, Aeol. γέλος, ὁ, gen. γέλωτος, Att. γέλω: dat. γέλωτι, Ep. γέλω or γέλῳ Od. 18.100: acc. γέλωτα, poet. (and late Prose, 1.34.2, f.l.in 30) γέλων, v. infr. (acc. γέλω is v.l. in Od. 18.350, cf. infr.): gen. pl. γελώτων Lg. 732c: dat. γέλωσιν 2.167, PGiss. 1.3.6 (ii A. D.): (γελάω):—Α. laughter, γέλῳ ἔκθανον Od. 18.100; γέλω . . παρέχουσαι 20.8; ἄσβεστον γέλω (v.l. γέλον) ὦρσεν ib.346; ἄσβεστος δʼ ᾰρʼ ἐνῶρτο γέλως . . θεοῖσι Il. 1.599; γέλων δʼ ἑτάροισιν ἔτευχε Od. 18.350; γέλων δʼ ἔθηκε συνδείπνοις Ion 1172; γέλωτα ποιεῖν, μηχανᾶσθαι, κινεῖν, Cyr. 2.2.11 and 14, Smp. 1.14; παρασκευάζειν Lg. 669d; γέλων ξυντιθέναι, γέλωτα ἄγειν, Aj. 303,382; γ. ἔχει τινά Od. 8.344; γ. ἂν γίγνοιτο Plt. 295e; γέλωτος καταρραγέντος 5.211c (so in Act., πολλοὺς κατέρρηξεν ἡμῶν γέλωτας Hippoloch.ib.130c); κατασχεῖν γέλωτα Cyr. 2.2.5, etc.; οὐ γέλωτα δεῖ σʼ ὀφλεῖν Med. 404, cf. Fr. 898; ἐπὶ γέλωτι to provoke laughter, 9.82, Ra. 405; γέλωτος ἄξια ridiculous, Heracl. 507; ἅμα or σὺν γέλωτι, Lg. 789d, An. 1.2.18; μετὰ γέλωτος 144.6; ἐν γέλωτι προφέρειν in joke, 2.124d; πολὺς γ. loud laughter, Cyr. 2.3.18, etc. (πλατὺς γ., which Thom.Mag.p.293 R. recommends, is not classical); μέγιστος, ἰσχυρὸς γ., Plt.l.c., R. 388c; Σαρδόνιος γ. (v. Σαρδόνιος) ; Αἰάντειος γ. a maniacʼs laugh, 1.17. 2. metaph. of waves, = γέλασμα, H. 4.334. II. occasion of laughter, food for laughter, γ. γίγνομαί τινι OC 902; ταῦτʼ οὐ γ. κλύειν ἐμοῦ; Ion 528; γέλωτά τινα τίθεσθαι 3.29, 7.209; ἀποδεῖξαι Tht. 166a; εἰς γ. τρέπειν, ἐμβάλλειν, 6.35, 10.75; ἐν γέλωτι ποιεῖσθαί τι Hist.Conscr. 32, etc.; γ. ἔσθʼ ὡς χρώμεθα τοῖς πράγμασι 4.25; ὅσα γὰρ . . , πλείων ἐστὶ γ. τοῦ μηδενός 14.26. III. dimple in the hinder parts, Am. 14.
‹ All lexicon entries