ἐρίζω
erizo
strive, wrangle, quarrel
Appears 9 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐρίζω, Dor. 3pl. ἐρίζοντι N. 5.39 ; Ep. inf. ἐριζέμεναι, -έμεν, Il. 1.277, 23.404 : impf. ἤριζον 9.11, Dor. ἔρισδον 6.5, Ep. ἔριζον Il. 2.555, Ion. ἐρίζεσκον Od. 8.225, 1.3 : fut. ἐρίσω Ev.Matt. 12.19, (δι-) BC 5.127 codd., Dor. ἐρίξω Fr.II : aor. I ἤρῐσα Th. 928, 2.42, poet. ἔρισα I. 8(7).30, ἔριξα Pae. 6.87 ; Ep. opt. ἐρίσσειε Il. 3.223 ; Dor. part. ἐρίξαντες Tab.Heracl. 2.26: pf. ἤρῐκα 3.91.7:—Med., Ep. impf. ἐρίζετο Th. 534 : aor. subj. ἐρίσσεται Od. 4.80:—Pass., Ep. pf. ἐρήρισμαι (in act. sense), v. infr.: (ἔρις):—Α. strive, wrangle, quarrel, διαστήτην ἐρίσαντε Il. 1.6, etc.; τὸ δίκαιον οὐκ ἔχει λόγον δυοῖν ἐρίζειν El. 467: c. dat., Th. 928, Pae.l.c., etc.; ἀλλήλοις Od. 18.277 ; ἀντιβίην τινί Il. 1.277 ; ἀντία τοῖς ἀγαθοῖς P. 4.285; πρὸς θεόν ib. 2.88 ; πρός τινα περί τινος Tim. 14 ; ὗς ποτʼ Ἀθαναίαν ἔριν ἤρισε 5.23 ; πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον 7.50 ; περί τινος about a thing, Il. 12.423, al.; περὶ μικρῶν ἀκριβῶς ἐ. 2.39 : folld. by a relat., ἐ. ὅστις ἀρείων 5.67 ; ὁπότερος γενναιότερος Ly. 207c : c. inf., contend that.., ἤριζον οἱ πολλοὶ οὐ λυσιτελήσειν τὴν πάροδον 9.11: abs., of sophistical disputations, opp. διαλέγεσθαι, ἀμφισβητεῖν, R. 454a, Prt. 337b, cf. 1.3 ; of political discord, c. dat., Foed. ap. 5.79. 2. rival, vie with, challenge, οὐκ ἂν ἔπειτʼ Ὀδυσῆΐ γʼ ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος Il. 3.223 ; ἐπεί σφισιν οὔ τις ἔριζεν Od. 8.371 : c. acc. rei, rival or contend with one in a thing, οὐδʼ εἰ..Ἀφροδίτῃ κάλλος ἐρίζοι Il. 9.389, cf. Od. 5.213, Sc. 5 : c. dat. rei, δρηστοσύνῃ οὐκ ἄν μοι ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος in service, Od. 15.321 ; ποσί Il. 13.325 ; γνώμῃ καὶ πλήθει καὶ ἀρετῇ ἐ. τινί 2.42 ; ἐρίσσειαν περὶ μύθων Il. 15.284 ; ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον περὶ τόξων Od. 8.225 ; τῷ Δῒ πλούτου πέρι 5.49 : c. inf., ἐρίζετον ἀλλήλοιιν χερσὶ μαχέσσασθαι Od. 18.38 ; ἶσα δὲ πίνειν οὔτις οἱ ἀνθρώπων ἤρισεν Phalaec. ap. 10.440e ; πρὸς θεούς R. 395d ; Νέστωρ οἶος ἔριζε N. alone rivalled (him), Il. 2.555, cf. Cyn. 1.12. II. Med., like Act., ᾧ [τόξῳ] οὔ τίς τοι ἐρίζεται Il. 5.172 ; μοι ἐρίσσεται..κτήμασιν Od. 4.80 ; ἐρίζετο βουλὰς Κρονίωνι Th. 534, cf. I. 4(3).29 : also in pf. Pass., τῷ οὔ τις ἐρήρισται κράτος Fr. 195. 2. Pass., ταχυτὰς ποδῶν ἐρίζεται there are contests in fleetness of foot, O. 1.95.
‹ All lexicon entries