ἐπίκειμαι
epikeimai
to be laid upon
Appears 3 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐπίκειμαι, serving as Pass. to ἐπιτίθημι, A. to be laid upon, and so, I. of doors, to be put to or closed (cf. ἐπιτίθημι II), θύραι δʼ ἐπέκειντο φαειναί Od. 6.19: metaph., γλώσσῃ θύραι οὐκ ἐπίκεινται 421. 2. generally, to be placed, lie in or on, c. dat., ἐπισκύνιον ἐπέκειτο προσώπῳ 24.118; of troops, ὄχθαις Ἴστρου ἐ. 2.9.1. 3. of islands, νῆσοι ἐπὶ Λήμνῳ (-ου codd.) ἐπικείμεναι lying off Lemnos, 7.6; so ἐ. τῇ Θρηΐκῃ ib.185; ἐπὶ [τῇ Λακαίνῃ χώρῃ] ib.235, cf. 4.53: abs., αἱ νῆσοι αἱ ἐπικείμεναι the islands off the coast, 2.14, cf. 4.44; πάσῃ ἐ. τῇ θαλάσσῃ lies right across the sea, of Crete, Pol. 1271b34; ἡ ἐπικειμένη τινὸς γῆ PTeb. 50.6 (ii B.C.). II. to be laid upon, ἐμοὶ σφρηγὶς ἐπικείσθω τοῖσδʼ ἔπεσι 19 (so lit., σφραγὶς οὐκ ἐ. BGU 361 iii 29 (ii A.D.), etc.); ἐπίκειται ἀγνώμων σῇ κεφαλῇ στέφανος 1259, cf. Oec. 19.13; ἐ. ἐπί τινος Spir. 1.38, al., 67.16: metaph., κρατερὴ δʼ ἐπικείσετʼ ἀνάγκη Il. 6.458, cf. 1 Ep.Cor. 9.16; of a duty, οἷς ἐπέκειτο φροντίζειν 2.786f. 2. press upon, be urgent in entreaty, 5.104; press upon a retreating enemy, attack, Βοιωτοῖσι ib.81; to be urgent against, 6.49; ἐπεκείμην αὐτοῖς ἐνοχλῶν PLips. 36.7 (iv A.D.): abs., κἀπικείσομαι βαρύς Rh. 101; κἀπικείμενος βόα Eq. 252; Κλέων μʼ ὑπετάραττεν ἐπικείμενος V. 1285; ἐ. λαμπρῶς 7.71; πολὺς δʼ ἐπέκειτο 22.90; of a crowd, ἐ. τινί Ev.Luc. 5.1. 3. hang over, τηλικούτων ἐπικειμένων τῷ μοιχεύοντι κακῶν Mem. 2.1.5; of penalties, θάνατος ἡ ζημίη ἐπίκειται the penalty imposed is death, 2.38, cf. 6.58, Pol. 1297a18; τῷ ἄρξαντι μεγάλα ἐπιτίμια ἐ. 4.4.7; ζημία . . ἐπέκειτο στατήρ 3.70; ὁ ἐπικείμενος κίνδυνος 1.13.4. 4. of a name, to be imposed, Cra. 411c, Prt. 349c. 5. metaph., σκώμματα ἐπικείμενα suitable to the purpose, pointed, 34.2. 6. to be set in authority, ἐπὶ τοῦ πυρός Corp.Herm. 1.13; ἐπικείμενος Ἀλεξανδρείας PLips. 102i8, etc. III. c. acc. rei, esp. in part., κἀπικείμενον κάρα κυνέας head with helmet set thereon, Supp. 716 (dub. constr.); ἐ. κυνῆν τῆς κεφαλῆς 5.22; στέφανον ἐπικείμενος with a crown on oneʼs head, Marc. 22; ἄπικας ἐπικείμενοι ταῖς κεφαλαῖς 2.70; σεμνὸν ἐπικειμένη τὸ κάλλος AJ 11.6.9; ἀγγέλου ἢ θεράποντος ἐπικείμενος πρόσωπον Lys. 23; ἐπέκειτο ὠτειλάς he bore scars upon him, Mith. 6; ἱερὰν ἐσθῆτα ἐ. BC 4.134; φθίμενος τήνδʼ ἐπίκειμαι κόνιν Epigr.Gr. 622.6; κιθάραν . . κόλλοπας ἐπικειμένην fitted with pegs, Ind. 10: metaph., οἱ κίνδυνον ἐπικείμενοι exposed to . . , BC 4.124.
‹ All lexicon entries