ἐφίστημι
ephistemi
set, place upon
Appears 392 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐφίστημι, Ion. ἐπ-: A. causal in pres., impf., fut., and aor. 1 (also in the later pf. and plpf. ἐφέστᾰκα, ἐφεστάκειν [ᾰ], v. infr. II.1, VI. 2): I. set, place upon, τεῖχος τείχει 2.75; τι ἐπί τινος Criti. 116a; τι ἐπί τινι HG 3.1.7; ὅρους ἐπὶ οἰκίαν 41.6: metaph., ἐ. τὴν ἐκεῖ μοῖραν βίῳ R. 498c; ἀνάγκην τινί 1.16. II. set over, μʼ Ἀπόλλων τῷδʼ ἐπέστησεν τέλει Ag. 1202; φύλακʼ ἐπέστησεν βοτ Supp. 303; ἐ. τινὰ ὕπαρχόν τισι 5.27; τινὰ παιδαγωγόν τινι Alc. 1.122b, cf. Lac. 2.1; τινὰ πεντηκοντόρῳ An. 5.1.15; τινὰ τοῖς πράγμασι 2.27; τὸν νόμον Pol. 1292b28; ἐπὶ [συμμάχων] τινά 2.65.9; ἐφεστάκει τινὰς πρὸς χρείαν 10.20.5; κύνα ἐπὶ ποίμνην 26.22; τινὰ ἐπὶ τὰς εὐθύνας 18.112: c. inf., βουλὴν ἐπιμελεῖσθαι τῆς εὐκοσμίας 7.37:—Pass., to be appointed, instituted, 61 (b).358 (ii B. C.), etc. 2. bring in, ἡ τύχη ἐπιστήσασα Ῥωμαίους 15.20.6; Φίλιππον ἐ. τοῖς πράγμασι to let him have a hand in the business, 19.34. 3. bring in, cause, occasion, κατάπληξίν τισι 14.62; κίνδυνον, ἀγῶνά τινι, Hann. 55, Syr. 10; ἡ τύχη λοιμικὴν διάθεσιν ἐπέστησε Γαλάταις 2.20.7. III. set up, establish, ἀγῶνα 1.167, 6.38: c. acc. et inf., ordain, prescribe, ὁ νόμος ἐφίστησι τὰ λοιπὰ κρίνειν τοὺς ἄρχοντας Pol. 1287a26; ἐπιστήσατε quid facere debeamus, Ep. 6.31.12. IV. set by or near to, ἐπιστήσαντες κύκλῳ τὸ σῆμα ἱππέας 4.72; esp. place in rear, of troops, τὴν φάλαγγα τούτοις κατόπιν ἐ. 1.33.6, cf. 1.26. 14. V. stop, cause to halt, ἐπιστῆσαι τὸ στράτευμα Cyr. 4.2.18; τὴν ὁδόν, τὴν πορείαν, 17.112, Cim. 1; τοὺς ἱππέας τοῦ πρόσω An. 5.16.1; ἐ. τὴν ὁρμήν check it, 16.34.2; τὴν διήγησιν interrupt it, 7.11.1; check, ἔμμηνα 1.125, cf. POxy. 1088.20 (i A. D.): abs., ἐπιστήσας (sc. ἑαυτόν) having halted, An. 1.8.15:—Pass., to be checked, stopped, 2p.62 (iii B. C.); ἐὰν ἐφίστηται ἡ κοιλία 1.122. VI. ἐφίστημι τὴν διάνοιαν κατά τι, περί τινος, fix oneʼs mind upon it, attend to it, 9.69, Metaph. 987b3, Char.Prooem., etc.; τὴν σκέψιν περί τινος Metaph. 1090a2; τὸν λόγον Juv. 470b5; τὸν νοῦν τινι 12.1; αὑτὸν ἐπιστήσας ἐπί τι Top. 135a26: ἐπιστῆσαι abs., give attention, τούτοις ἐπιστήσαντες Mu. 391a26; περί τινος GC 315b18; περί τι HA 487a13; ἐπί τι 1.65.5, etc.; ἐπιστήσασι μᾶλλον λεκτέον one must speak with more care and accuracy, Pol. 1335b3, cf. EN 1144a22; πότερον . . ἤ ad Them.265b; ὅτι . . 1.97 (hence ἐπίσταμαι, ἐπιστήμη, qq.v.). 2. c. acc. pers., arrest the attention of, TG 17, cf. 2.17e, 18(2).105; ἐπιστῆσαί τινα ἐπί τι call his attention to, 2.61.11, cf. 4.34.9; τοῦ καιροῦ τοῦ κατὰ τὴν διήγησιν ἐφεστακότος ἡμᾶς ἐπί τι having led us to . . , 10.21.2, cf. 31.23.1: hence, object, 1.4.5. B. intr. in Med. and Pass., ἐφίσταμαι, aor. 1 ἐπεστάθην [] Fr. [1127.5], Hipp. 819, IT 1375, etc., with pf., plpf. (Aeol. plpf. 3sg. ἐπήστᾱκε Schwyzer 646.16 (Cyme, ii B. C.): Dor. plpf. 3pl. ἐφεστάκεον [ᾱ] SIG 241.146 (Delph., iv B. C.)), and aor. 2 Act.: (the causal tenses are not found in , the Med. or Pass. only in impf. ἐφίστατο Il. 11.644; elsewh. always aor. 2 or pf. Act. with Ep. inf. ἐφεστάμεναι Od. 24.380):—stand upon, τεῖχος . . ῥύατʼ ἐφεσταότες Il. 18.515; πύργῳ ἐφεστήκει 6.373; δίφρῳ ἐφεσταότος 17.609, etc.; ἐπέστη βηλῷ ἔπι λιθέῳ 23.201; ἡ . . ἐπισταθεῖσα ὀρθή Metaph. 1051a28; ἐπὶ τὰς . . σχεδίας 3.46.8. 2. to be imposed upon, μόχθων τῶν ἐφεστώτων ἐμοί Tr. 1170. 3. stand on the top or surface, τὸ ἐπιστάμενον [τοῦ γάλακτος], i. e. cream, 4.2; λιπαρότητες ἄνω ἐφιστάμεναι Prog. 12; ἐ. καθάπερ ὀρρὸς [γάλακτι] 1.72; of vapour, form, Juv. 469b31. II. to be set over, ἐφίσταται πύλαις Th. 538; οἷός τε πολλοῖς προβατίοις ἐφεστάναι V. 955; οἷοι νῷν ἐφεστᾶσι σκοποί Aj. 945; ἄρχοντες ἐφʼ ἑκάστῳ μέρει ἐ. Hier. 9.5; ἐπί τινος R. 460b; ἐπὶ τῆς πολιτείας 19.298: rarely c. gen., τὸν ἐπεστεῶτα τῆς διώρυχος 7.117; ὅσοι θεοῦ χρημάτων ἐφέστασαν Andr. 1098: abs. in part., ὁ ἐφεστηκώς the person in authority, the officer in command, Oec. 21.9; οἱ ἐφεστῶτες, Ion. οἱ ἐπεστεῶτες, 2.148, Aj. 1072, Mem. 3.5.19. III. stand by or near, ὣς πυκνοὶ ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν Il. 13.133; ἐπʼ ἄκρῳ χείλει ἐφεσταότες, ἐ. παρὰ τάφρῳ, 12.52, 199; θύρῃσιν ἐφίστατο 11.644; ἐπὶ τὰς πύλας, ἐπὶ τὰς θύρας, 3.77, Smp. 212d; ἐπὶ τοῖς προθύροις Phlb. 64c; esp. of dreams or visions, appear to, εὕδοντι ἐπέστη ὄνειρος 1.34, cf. 7.14; ὄναρ κεφαλῆφιν ἐπέστη Il. 10.496; ἐπιστᾶσα τῆς νυκτός 10.65; ἄγγελος ἐπέστη αὐτοῖς Ev.Luc. 2.9: abs., stand by, 3.78; πολλῶν ἐφεστώτων Syr. 10; ἤμην ἐφεστώς Act.Ap. 22.20; οἱ λέβητες ἐπεστεῶτες 1.59; ὁ ἀντίδικος ἐφέστηκε Tht. 172e, cf. 3.79; without hostile sense, ἐπέστης OC 558, cf. Ev.Luc. 2.38, etc.; of troops, to be posted after or behind, κατόπιν ἐ. τοῖς θηρίοις 16.18.7. 2. in hostile sense, stand against, τὰ φρονέοντες ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν Il. 15.703, cf.5.624; ἔνθα μένος πνείοντες ἐφέστασαν Od. 22.203, cf. 24.380; appear before, of an army, ἐπὶ τῇ πόλι 4.203; ἐπὶ τὸ βασίλειον 9.58; come upon suddenly or by surprise, 8.69; ἐξαίφνης ἐπιστὰς τοῖς γιγνομένοις 8.41, cf. 6.5, DDeor. 17.1; εἰς τοὺς ὄχλους 18.9; so of events, etc., αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐ. ὄλεθρος 1 Ep.Thess. 5.3, cf. Ev.Luc. 21.34; διὰ τὸν ἐφεστῶτα ζόφον 18.20.7; διὰ τὸν ὑετὸν τὸν ἐφεστῶτα Act.Ap. 28.2. 3. metaph., of events, spring upon one, occur, πρίν μοι τύχη τοιάδʼ ἐπέστη OT 777, cf. 3.82; in pf., impend, be at hand, τὸν ἐφεστηκότα κίνδυνον τῇ πόλει 18.176; ὁ καιρός . . ἐφέστηκε 2 Ep.Ti. 4.6; περὶ τοῦ βασιλέως . . ὁ λόγος ἐφέστηκε νῦν Pol. 1287a2, cf. Metaph. 999a25; of a more remote future, to be in store, lie in wait for, κῆρες ἐφεστᾶσιν θανάτοιο Il. 12.326. IV. halt, stop, as in a march, ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε ἐφιστάμενος An. 2.4.26 (cf. A. V); ἐπιστὰς περιέμεινα Smp. 172a: c. gen., ἐ. τοῦ πλοῦ 2.91. V. fix oneʼs mind on, give oneʼs attention to, σφαγῇ Andr. 547; τῇ τρύγῃ PFlor. 236.4 (iii A. D.); ἐπί τι 10.29, 18.60; τοῖς πράγμασιν . . ἐπιστάντες 4.12; ἐπιστάς abs. (sc. τοῖς πράγμασι), 18.233; διὰ ταῦτʼ ἐγρήγορεν, ἐφέστηκεν 6.19. C. aor. 1 Med. in causal sense, set up, τὰς θύρας Ages. 8.7; set, post, φρουροὺς ἐπεστησάμην Cyr. 8.2.19; τέλος ἐπιστήσασθαι, Lat. finem imponere, Lg. 802a: pres. is once so used, τοῦ με τήνδʼ ἐφίστασαι βάσιν; why dost thou cause me to halt? Tr. 339. 2. ἐπιστησάμενος, intr., having been ἐπιστάτης, IGRom. 4.1265 (Thyatira).
‹ All lexicon entries