ἐπαίρω
epairo
lift up and set on
Appears 6 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐπαίρω, Ion. and poet. ἐπᾰείρω 1.204 and always in : fut. ἐπᾱρῶ (contr. from ᾰερ-) IA 125 (anap.), Supp. 581 (prob. l.), X Mem. 3.6.2: aor. ἐπῆρα, part. ἐπάρας 1.87, etc.: pf. ἐπῆρκα 13, Or. 8.114b:—Pass., aor. ἐπήρθην, part. ἐπαρθείς: Α. lift up and set on, [αὐτὸν] ἀμαξάων ἐπάειρραν lifted and set him upon . ., Il. 7.426; ὀβελοὺς . . κρατευτάων ἐπάειρας 9.214. 2. lift, raise, κεφαλὴν ἐπαείρας 10.80; καί μʼ ἔπαιρε Ph. 889; ἐπαίρων βλέφαρα OT 1276 codd.; ἐπάειρε δέρην Tr. 99 (anap.); ἔπαιρε σαυτόν V. 996; σεμνῶς ἐπηρκὼς τὰς ὀφρῦς l.c.; πάντες ἐπῆραν (sc. τὴν χεῖρα) SIG 1109.24; οὐδεὶς ἐπῆρε IG 3.1132; ἐπάρας τὴν φωνήν 18.291; ἐπαιρόμενα ἱστία, opp. ὑφιέμενα, Luc. 3:—Med., με τεῷ ἐπαείραο μαζῷ didstliftand put me to thy breast, 3.734; [λόγχην] IT 1484; ὅπλʼ ἐπαίρεσθαι θεῷ Ba. 789; ἱστούς 1.61.7; βακτηρίαν 2.185b: metaph., τί . . στάσιν γλώσσης ἐπήρασθε; OT 635; πολλοὺς καὶ θρασεῖς τῇ πόλει λόγους ἐπαιρόμενος 18.222; κοινὸν ἡ πόλις ἐπήρατο πένθος 34.17. 3. exalt, magnify, ἐπαείρειν Λοκρῶν ματέρʼ O. 9.20; ἐπαρεῖς τὸν πατρῷον οἶκον Mem. 3.6.2. 4. intr., lift up oneʼs leg or rise up, 2.162; rise from table, 1.10. 5. Pass., swell up, Liqu. 2, 6.264, 18(2).119; ἐπῆρται τοῦτό γε, in mal. part., Lys. 937; ὁ καυλὸς ἐπαίρεται Hippiatr. 54. 6. Gramm., ἐ. τὴν προσῳδίαν make the accent acute, Sch.Il. 11.636. II. stir up, excite, πολλά τέ μιν καὶ μεγάλα τὰ ἐπαείροντα . . ἦν 1.204; τίς σʼ ἐπῆρε δαιμόνων; OT 1328; πέρα τοῦ καιροῦ τοὺς ἑτέρους ἐ. 16.23; ἐ. θυμόν τινι IA 125; τοῦτό σε ψυχὴν ἐπαίρει Heracl. 173; ἑαυτὸν ἐπί τινι 64; ἵππον urge on, Or. 1.13c; induce, persuade to do, c.inf., εἰρωτᾶν εἰ οὔτι ἐπαισχύνεται ἐπάρας Κροῖσον στρατεύεσθαι 1.90, cf. 4.108, 1.192; ἥτις με γῆμʼ ἐπῆρε Nu. 42, cf. Ra. 1041; ἐ. τινὰ ὥστε . . Supp. 581; ὅστις μʼ ἐπάρας ἔργον (sc. πρᾶξαι) Or. 286:—Pass., to be roused, led on, excited, τῷ μαντηΐῳ 1.90, cf. 5.91; τοῖσι δωρήμασι 7.38; τοῖς τῆς πόλεως κακοῖς 1.37; ὑπὸ τῆς τύχης 2.10; πλούτῳ, τιμῇ, R. 434b, 608b; ὑπὸ λόγων Av. 1448; τῇ ἐλπίδι ὡς. . 1.81, cf. 9.21; τοῖς λόγοις 4.121; δεινότητι καὶ ξυνέσεως ἀγῶνι 3.37 (so τὸ ἐπαιρόμενον τοῦ λόγου τῇ δεινότητι Cic. 25); ὑπὸ μεγάλου μισθοῦ 7.13; ἐ. ἐς τὸ νεωτερίζειν 4.108; ἐπὶ τὴν βασιλείαν 3 Ki. 12.[24]: c. inf., ἐπήρθην γράψαι 5.10; τῷ or τὸ λέγειν (dub. l.) Phdr. 232a (but ναυτικῷ προύχειν -όμενοι flattering themselves that they were superior . ., 1.25): abs., to be excited, on tiptoe, Nu. 810; and so Ἑλλὰς τῇ ὁρμῇ ἐπῆρται 2.11. 2. Pass., also, to be elated at a thing, εὐδαιμονίῃ μεγάλῃ 5.81; ψυχρῇ νίκῃ 9.49, cf. 1.212, 4.130; ἐπὶ πλούτῳ Mem. 1.2.25; πρός τι 6.11, 8.2; ἐκ τοῦ γεγονότος προτερήματος 1.29.4: abs., 4.18.
‹ All lexicon entries