ἐνίστημι
enistemi
put, place in
Appears 7 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐνίστημι, causal in pres., fut.and aor. 1 Act., and aor. 1 Med.:—A. put, place in, ἵππον ἐν λίθοις ἐνιστάναι Eq.Mag. 1.16; στήλας ἐνίστη ἐς τὰς χώρας 2.102; εἰς αὐτὴν (sc. τὴν πόλιν) ἡνίοχον ἐνστῆσαι Plt. 266e; τοὺς ἱπποκόμους εἰς (i.e. amongst) τοὺς ἱππέας ἐ. Eq.Mag. 5.6: c. dat., ἱστὸν ἐνεστήσαντο μεσόδμῃ 1.563. 2. in Law, institute an heir, ἐ. κληρονόμους τοὺς υἱούς PMasp. 151.75 (vi A. D.). 3. aor. 1 Med., also, begin, ὅσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτʼ ἐνεστήσαντο Lys. 268; οὐδὲν πώποτε τῶν πραγμάτων ἐνεστήσασθʼ ὀρθῶς 10.21; ὁ τοιοῦτον ἀγῶνʼ ἐνστησάμενος 18.4; ἐ. τὸ πρᾶγμα, Lat. rem instituere, Pr. 951a28; ἀρχὰς τῆς γενέσεως HP 7.10.4; ὀργὴν καὶ μῖσος πρός τινα ἐνστήσασθαι to begin to show . ., 1.82.9; πρᾶξιν Arat. 16: c. inf., 14.53. 4. ἐνστήσασθαι τὸ μέγεθος determine the size, Bel. 50.29. B. Pass., with aor. 2, pf., and plpf. Act.:—to be set in, stand in, λόχοις Supp. 896; ἐν τῷ νηῷ 2.91: abs., πύλαι ἐνεστᾶσι ἑκατόν 1.179, cf. Ti. 50d, etc. 2. enter upon, take possession of, ὁ νικάσας ἐν τὰν οὐσίαν ἐνίσταται τὰν τοῦ ἁλόντος Foed. Delph.Pell. 2B 14. II. to be appointed, σοῦ ἐνεστεῶτος βασιλέος 1.120, cf. 6.59; ἐς ἀρχήν 3.68; ἐς τυραννίδας 2.147. III. to be upon, threaten, c. dat. pers., τοιούτων τοῖσι Σπαρτιήτῃσι ἐνεστεώτων πρηγμάτων 1.83; τὸν πόλεμον τὸν ἐνστάντα σοὶ καὶ τῇ πόλει 5.2; in war, press hard, τινί 3.97.1: abs., begin, [τοῦ θέρους] ἐνισταμένου HP 9.8.2; ἐνισταμένου τοῦ ἐνιαυτοῦ 3 Ki. 12.24; to be at hand, arise, ὁ τότʼ ἐνστὰς πόλεμος 18.89, cf. 139, 1.71.4; τοῦ πολέμου πρὸς Φίλιππον ὑμῖν ἐνεστηκότος 2.58: esp. in pf. part., pending, present, μιᾶς ἐνεστώσης δίκης Nu. 779, cf. 11.45, 33.14; ὁ νῦν ἐνεστηκὼς ἀγών 7; so οὐδενὸς ἡμῖν ἐνεστῶτος πρὸς αὐτούς PStrassb. 91.21 (i B.C.); of Time, instant, present, τοῦ ἐνεστῶτος μηνός Philipp. ap. 18.157; ἡ ἐνεστῶσα κακία, ἀνάγκη, PPetr. 2p.60, 1 Ep.Cor. 7.26; κατὰ τὸν ἐ. καιρόν Rh. 1366b23; ἀγαθὸν ἐνεστὼς ἢ μέλλον Stoic. 3.94; cf. ἐνεστάναι τὸν πάντα χρόνον ὡς τὸν ἐνιαυτὸν ἐνεστηκέναι λέγομεν 3.260. 2. esp. Gramm., ὁ ἐνεστὼς (sc. χρόνος) the present tense, 2.48, 638.22, Pron. 58.7, al.; also ἐνεστῶσα συντέλεια the state of completion expressed by the perfect tense, Synt. 205.15: also in aor., τοῦ ποτὲ ἐνστάντος when the moment has arrived, 4.3.13; τὰ ἐνεστηκότα πράγματα present circumstances, HG 2.1.6; so τὰ ἐνεστῶτα 2.26.3. IV. stand in the way, resist, block, τοῖς ποιουμένοις 8.69; τῇ φυγῇ Luc. 13; τῇ αὐξήσει Rom. 25; πρὸς πᾶσάν τινι πολιτείαν Arist. 3, cf.Marc. 22: abs., stand in the way, 3.23; in argument, ἐνέστηκεν ὃ νυνδὴ Κέβης ἔλεγε Phd. 77b; ὁ ἐνεστηκώς the opponent in a lawsuit, SIG 45.28 (Halic., v B.C.). 2. in Logic, object, τῷ καθόλου Top. 157b3; πρὸς τὸν ἔξω λόγον APo. 76b26: abs., Rh. 1402b24,al.; ἐ. ὅτι . . APr. 69b6; ὡς . . EN 1172b35, Synt. 176.23. 3. of the Roman tribunes, exercise the right of intercessio, veto, 6.16.4, TG 10,al. V. of fluids, congeal, freeze, ὕδωρ ἐνεστηκός CP 5.13.1; become impacted in, ἐνιστάμενον ἐπὶ τὰ τοῦ στομάχου στενά (sc. γάλα) Alex. 26.
‹ All lexicon entries