ἔμπλεος
empleos
quite full of
Appears 5 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἔμπλεος, α, ον, Att. ἐμπλέως, ων, Ep. ἔμπλειος, ἐνίπλειος, η, ον, Od. (v. infr.); later ἐνίπλεος 3.119, L. 192: heterocl. acc. ἔμπλεα (fem.) Al. 164:—A. quite full of a thing, γαστέρα . . ἐμπλείην κνίσης τε καὶ αἵματος Od. 18.118; φαρέτρην ἰῶν ἐμπλείην 22.3; σκύφος. . οἴνου ἐνίπλειον 14.113; δῶμα . . ἐνίπλειον βιότοιο 19.580; κύων . . ἐνίπλειος κυνοραιστέων 17.300; λέβητες κρεῶν . . ἔμπλεοι 1.59, cf. 2.62, Epid. 6.4.8; γῆς ἢ κόπρου ἔμπλεων Tht. 194e. 2. of persons, δυσκολίας ἔ. R. 411c; πάσης πονηρίας 27.15.6, etc. 3. in full measure, complete, ἔμπλεα καὶ ὁλόκληρα καὶ τέλεα προσάγοντες 1.185; f.l. for ἔμπεδος in Fr. 261.
‹ All lexicon entries