ἐμμένω
emmeno
abide in
Appears 24 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
ἐμμένω, fut. -μενῶ OC 648, etc.: pf. ἐμμεμένηκα 1.5:—Α. abide in a place, πολὺν χρόνον μελάθροις ἐμμένειν Fr. 362.12; ἐν τῇ κεφαλῇ Ec. 1120; ἐν τῇ Ἀττικῇ 2.23, cf. An. 4.7.17, Epist. ap. 12.22: abs., 8.31. 2. abide by, stand by, cleave to, be true to, c. dat., τοῖς ὁρκίοις 9.106; πιστώμασι Ch. 977, etc.; τῷ κηρύγματι OT 351; ὀρθῷ νόμῳ Aj. 350; ἐ. ταῖς συνθήκαις καὶ ταῖς σπονδαῖς 5.18, cf. 7.81; τοῖς νόμοις Mem. 4.4.16; τῷ τιμήματι Ap. 39b; τῇ δμολογίᾳ Tht. 145c, etc.; ἐ. τοῖς Καρχηδονίοις remain constant to them, Hisp. 24; ἐ. ἐν ταῖς σπονδαῖς τὸν ἐνιαυτόν Indut. ap. 4.118; ἐν τῇ τάξει Lg. 844c; ἐν τῇ φιλοσοφίᾳ 9.89: abs., stand fast be faithful, Ph. 1241, PTeb. 382.22 (i B.C.). 3. of things, remain fixed, stand fast, hold good, εἴ σοί γʼ ἅπερ φὴς ἐμμενεῖ OC 648; μάλα μοι τοῦτʼ ἐμμένοι may it remain fixed in my mind, Pr. 534 (lyr.); εἴ σφι ἔτι ἐμμένει [ἡ φιλίη] 7.151; τέσσαρα καὶ δέκα ἔτη ἐνέμειναν αἱ σπονδαί 2.2; ἐ. ὁ νόμος Lg. 839c; ἐὰν . . [ὁ λόγος] ἐμμένῃ Phdr. 258b; τὸ σιδηροφορεῖσθαι τοῖς ἠπειρώταις ἐμμεμένηκεν continued as a custom, 1.5.
‹ All lexicon entries