χράομαι
chraomai
desire, yearn after
Appears 407 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
χράομαι. (See also χράω) C. Med. χράομαι, Att. χρῶμαι, χρῇ prob. in Hp.Mi. 369a, χρῆται V. 1028 (anap.), etc. (also Trag., Ag. 953), χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται, 4.6, La. 194c, 1.70, etc.; Dor. χρέομαι 126; Ion. χρᾶται 1.132, al. (so in later Prose, in Nic.p.28 P.); χρέεται v.l. in 4.50; χρέονται Aër. 1; χρέωνται 1.34, 4.108, al.; χρείωνται 104; opt. χρῴμην, χρῷο Cri. 45b, χρῷτο Fr. 20, etc.; Ion. χρέοιτο Acut. 56; imper. χρῶ 270, Th. 212, 1.34, Ion. χρέο Steril. 230, 1.155 (v.l. χρέω, as in Acut. (Sp.) 62); 3sg. Dor. χρηείσθω SIG 1009.7 (Chalcedon, iii/ii B. C.); 2pl. χρῆσθε 1.11; 3pl. χρήσθων Nu. 439 (s. v.l.; v. infr. III.4b), 5.18; χρώσθων IG 12.122.5; Dor. χρόνσθω Mnemos. 57.208 (Argos, vi B. C.); inf. Att. and Ion. χρῆσθαι IG 12.57.19, Av. 1040, 25.20, SIG 57.5 (Milet., v B. C.), IG 12(5).593 A 12 (Ceos, v B. C.); Ion. and Hellenistic χρᾶσθαι 2.15, 3.20, al., IG 12(5).606.9 (Ceos, iv/iii B. C.), SIG 344.50 (Teos, iv B. C.), 1106.80 (Cos, iv/iii B. C.), PCair.Zen. 299.10 (iii B. C.), OGI 214.19 (Didyma, iii B. C.), IG 22.1325.24 (both forms in Rh. 1.66S. and Bel., χρῆσθαι 57.35, al., χρᾶσθαι 53.49, al.), Ion. χρέεσθαι as v.l. for χρῆσθαι 1.21, 187, al. (χρῆσθαι ib.153 codd.), so in , IG 5 (2).514.14 (Lycosura, ii B. C.), Elean χρηῆσται Inscr.Olymp. 1.3 (vii/vi B. C.), Boeot. χρειεῖσθη IG 7.3169 (Orchom., iii B. C.); Locr. and Lacon. χρῆσται IG 9(1).334.19, 23 (Oeanthea, v B. C.), 5(1).1317.8 (Thalamae, iv/iii B. C.); part. Att. χρώμενος Eu. 655, IG 12.81.6, etc.; Ep. and Ion. χρεώμενος Il. 23.834 (as a dactyl), 2.108, Acut. 18, Dor. χρείμενος SIG 395.4, 438.11 (both Delph., iii B. C.), Berl.Sitzb. 1927.156 (Cyrene), χρήμενος Riv.Fil. 58.472 (Gortyn, iii B. C.), χρεύμενος SIG 1166.3 (Dodona): impf. Att. ἐχρώμην 5.63, ἐχρῶ Ra. 111, 1.49, ἐχρῆτο 1.130, etc.; pl., ἐχρώμεθα Fr. 29, ἐχρῶντο 6.28, etc.; Ion. ἐχρᾶτο 2.173 (v.l. -ῆτο), 3.3, 129, al. (also found in 1.9 codd.), ἐχρέωντο 2.108, al.: but ἐχρῆτο 3.41 codd., 6.55, (προσ-) Epid. 3.17.αʹ: fut. χρήσομαι Ph. 1133 (lyr.), etc.; also κεχρήσομαι 16.73: aor. ἐχρησάμην OT 117, 5.7, al.: pf. κέχρημαι (v. infr. I): aor. ἐχρήσθην in pass. sense (v. infr. vii):—1. in pf. κέχρημαι (with pres. sense) c. gen., desire, yearn after, the usual sense in Ep., οὔτʼ εὐνῆς πρόφασιν κεχρημένος (sc. αὐτῆς) οὔτε τευ ἄλλου Il. 19.262; νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικός Od. 1.13; κομιδῆς κεχρημένοι ἄνδρες 14.124, cf. 17.421, 20.378, 22.50; μαντοσυνέων κεχρημένοι 112.10. 2. to be in want of, lack, τοῦ κεχρημένοι; Ph. 1264, cf. IA 382 (troch.); [βορᾶς] κεχρημένοι Cyc. 98; οὐ πόνων κεχρήμεθα Med. 334; τίνος κέχρησθε, γυναῖκες; 26.18: fut., ὃς ἐμεῦ κεχρήσετʼ ἀοιδοῦ 16.73; χρήσομεθα εἰς τὰ ἔργα καὶ ὁδοῦ . . καὶ ὕδατος we shall need . . , SIG 1182.12 (Ephes., iii B. C.): freq. abs. in part. κεχρημένος, lacking, needy, Od. 14.155, 17.347, Op. 317, 500, Supp. 327, Lg. 717c, cf. κεχρημένως, adv., in a manner requiring, τοῖς ἄλλοις...ἐπιτεύγμασι Po. 5.27. κεχρηόσι δαίτης is f.l. for κεχαρηόσι in Fr. 70.18. 3. pf. and plpf. κέχρημαι, κεχρήμην, in pres. and impf. sense, c. dat., enjoy, have, φρεσὶ γὰρ κέχρητʼ ἀγαθῇσι(ν) Od. 3.266, 14.421, 16.398; αὕτη (sc. ἡ χώρη) ὕδασι κάλλιστα κέχρηται Aër. 12; ἡ καταδεεστέροις τούτοις (sc. τοῖς εἴδεσι) κεχρημένη τραγῳδία Po. 1450a32, cf.a13, b33; ἄλλαις, μικραῖς διαφοραῖς, Metaph. 1042b31, Phgn. 809a8; ὑγροτέραις σαρξί ib.b11; θριξὶ ξανθαῖς ib.25; καθαρωτάτῳ . . αἵματι Resp. 477a21; τῶν . . πλαγίαις ταῖς ῥάβδοις κεχρημένων (sc. ἰχθύων) Fr. 295; εὐγενείᾳ κεχρημένος IG 42(1).83.10 (Epid., i A. D.); σφαιρικῷ ὄγκῳ PLit.Lond. 167.25 (ii/iii A. D.); so in pres., χρῶνται δειλαῖς φρεσὶ, δαίμονι δʼ ἐσθλῷ 161; μέρη τραγῳδίας, οἷς ὡς εἴδεσι δεῖ χρῆσθαι, πρότερον εἴπομεν Po. 1452b14, cf. 1458b14. II. use, pres. once in , abs., ἑξει μιν καὶ πέντε περιπλομένους ἐνιαυτοὺς χρεώμενος Il. 23.834: later mostly c. dat. (for acc. v. infr. VI), ἀκμαζούσῃ τῇ ῥώμῃ τῶν χειρῶν χρώμενος 4.3.3; ἐσθῆτι τοιῇδε χρέωνται 1.195, cf. 202, Ra. 1061 (anap.); διφασίοισι γράμμασι χ. 2.36; τοῖσιοὐνόμασι τῶν θεῶν ib.52; πλατυτέροισι ἐχρέωντο τοῖσι πόμασι, ἐκ φρεάτων χρεώμενοι ib. 108; τοῖσι ἐποποιοῖσι χρεώμενον λέγειν ib.120; ὅστις ἐμπύρῳ χρῆται τέχνῃ consults burnt offerings, Ph. 954; χ. ἀργυρίῳ make use of money, R. 333b; ἀργύρῳ Ec. 822; χ. ἵπποις manage them, Smp. 2.10; χ. ἰχθύσι use for food, 2.668f; οἴνῳ χ. ἐπὶ πλέον ib.715d; χ. ναυτιλίῃσι, θαλάσσῃ, 2.43, 1.3; ὠνῇ καὶ πρήσι 1.153; δρασμῷ 3.21; τέχναις Mem. 3.10.1, Oec. 4.4; τῇ τέχνῃ POxy. 1029.25 (ii A. D.); χρώμενοι τῇ πόλει taking a part in politics, Ion 602; ἐκκλησίαισιν ἦν ὅτʼ οὐκ ἐχρώμεθα Ec. 183; ἄλλον τρόπον τῇ πολιτείᾳ κέχρημαι, = πεπολίτευμαι, Eux. 28; φωνὴν δυναμένην ὄχλῳ χρῆσθαι 5.81; τῇ τραπέζῃ τῇ τοῦ πατρὸς ἐχρῆτο he had dealings with my fatherʼs bank, 52.3; χ. τοῖς πράγμασι καὶ τοῖς καιροῖς administer them, 6.50. III. experience, suffer, be subject to, esp. external events or conditions, δάμαρτος Ἱππολύτας Ἀκάστου δολίαις τέχναισι χρησάμενος having experienced, N. 4.58; κείμεθʼ ἀγηράντῳ χρώμενοι εὐλογίῃ 100.4; νιφετῷ 4.50; στίβῃ καὶ νιφετῷ Epigr. 33.3; χειμῶνι 5.21, 18.194; λαίλαπι AP 7.503 (); στυγεροῖς πνεύμασι Epigr. ap. 13.41 (iv B. C.); ἀνάγκῃ 5.22; οἰκεῖα πράγματʼ εἰσάγων, οἷς χρώμεθʼ, οἷς σύνεσμεν Ra. 959; γυναικῶν τῶν τοῖς τόκοις χρωμένων πλείοσιν HA 582a24; ἀπεψίαις χ. IG 42(1).126.4 (Epid., ii A. D.); ἑκὼν . . οὐδεὶς δουλίῳ χρῆται ζυγῷ Ag. 953; νόμοισι χ. live under laws, 1.173,216, cf. IG 9(1).334.19 (Locr., v B. C.); νόμοις τοῖς ἰδίοις Riv.Fil. 58.472 (Gortyn, iii B. C.); ἀνομίᾳ Mem. 1.2.24; γαλανείᾳ χρησάμενοι μανιάδων οἴστρων IA 546 (lyr.); χ. εὐμαρείᾳ to be at ease, Tr. 193 (but, ease oneself, 2.35); συντυχίῃ χ. 5.41; τύχῃ Heracl. 714, 1.67,120; πολλῇ εὐτυχίᾳ Men. 72a; πολλῇ τῇ νίκῃ χρῆται, = παρὰ πολὺ νικᾷ, 4.31; συμφορῇ κεχρημένος 1.42, cf. Med. 347; τοιούτῳ μόρῳ ἐχρήσατο ὁ παῖς 1.117; θείῃ πομπῇ χρεώμενος divinely sent, ib.62; of mental conditions present in the subject, τῷ χόλῳ χρέομαι I feel anger, 126; λογισάμενος ἢν εὑρίσκῃ πλέω τε καὶ μέζω τὰ ἀδικήματα ἐόντα τῶν ὑποργημάτων, οὕτω τῷ θυμῷ χρᾶται 1.137; μὴ πάντα θυμῷ χρέο ib.155; ὀργῇ χρωμένη OT 1241; ὀργῇ μεγάλῃ μοι ἐχρήσω Jb. 10.17, cf. 19.11, al.; ἀγνωμοσύνῃ χρησάμενοι ἀπέστησαν they stiffened their necks and . . 5.83; οἴησις γάρ, καὶ μάλιστα ἐν ἰητρικῇ, αἰτίην μὲντοῖσι κεχρημένοισιν, ὄλεθρον δὲ τοῖσι χρεωμένοισι ἐπιφέρει vanity brings blame on its possessor (or victim) and ruin on those who consult him, Hp Decent. 4; πολλῇ ἀνοίᾳ χρώμενος 3.3.2; ἀμαθίᾳ πλέονι . . χρῆσθε 1.68; ταῖς ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἢ κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο 6.15; φθόνῳ καὶ διαβολῇ χ. Ap. 18d; οὺ τῇ ἑαυτοῦ ἁμαρτίᾳ ἀλλὰ τῇ τοῦ πατάξαντος χρησάμενος ἀπέθανεν 4.3.4; τοῖς ἁμαρτήμασι παραπλησίοις ἐχρήσαντο 8.104; μή τι ἄρα τῇ ἐλαφρίᾳ ἐχρησάμην; 2 Ep.Cor. 1.17. 2. with verbal nouns. periphr. for the verb derived from the noun, ἀληθέϊ λόγῳ χ. use true speech, i.e. speak the truth, 1.14; ἀληθείῃ χ. ib.116, 7.101; βοῇ χ. set up a cry, 4.134; τοιούτῳ πράγματι οὐ κέχρησαι, = οὐδὲν τοιοῦτο ἔπραξας, Eux. 11; δαψιλέϊ τῷ ποτῷ (fort. πότῳ) χρησαμένους 2.121.δʹ; ἐσόδῳ χρέο πυκνῶς visit often, Decent. 13; ἡ σελήνη . . διὰ παντὸς τῇ ἴσῃ παραυξήσει καὶ μειώσει χρῆται 18.16. 3. c. dupl. dat., use as so and so, τοῖς ἀγαθοῖσιν . . χ. πρὸς τὰ κακὰ ἀλκῇ 173; μιᾷ πόλει ταύτῃ χ. 2.15; χ. τῷ σίτῳ ὄψῳ ἢ τῷ ὄψῳ σίτῳ Mem. 3.14.4. 4. χ. τισιν ἔς τι use for an end or purpose, 1.34, Eur. Med. 821, D. 19.30; πρός τι, Hdt. 4.87.2, Lys. 24.24, Oec. 11.13; ἐπί τι Mem. 1.2.9, Pl. Grg. 508b; ἀμφί or περί τι, Oec. 9.6, An. 3.5.10; with neut. Adj. or Pron. as Adv., τάδε [τῷ ἀμφιβλήστρῳ] χ. makes the following use of the net, 2.95; χρέωνται οὐδὲν ἐλαίῳ 1.193; χρυσῷ καὶ χαλκῷ τὰ πάντα χρέωνται ib.215; λογισμῷ ἐλάχιστα χ., πλεῖστα ἀρετῇ χ., 2.11, 5.105; τί χρήσεταί ποτʼ αὐτῷ; what use will he make of him? Ach. 935, cf. An. 1.3.18; χ. τἀνδρὶ τοῖς τʼ ἐμοῖς λόγοις Tr. 60; ἠπορούμην ὅ τι χρησαίμην τῇ τούτου παρανομίᾳ 3.10. b. treat, deal with, παραδίδωμι χρᾶσθαι αὐτῷ τοῦτο ὅ τι σὺ βούλεαι 1.210, cf. Nu. 439 (anap.; fort. delendum χρήσθων), 12.107; εἰ τύχοι (sc. γυνὴ) μὴ ἐπιτηδεία γενομένη, τί χρὴ τῇ συμφορᾷ χρῆσθαι; 49; ἀπορέων ὅ τι χρήσηται τῷ παρεόντι πρήγματι not knowing what to make of it, 7.213; ἠπόρει ὅτι χρήσαιτο Prt. 321c; οὐκ ἂν ἔχοις ὅτι χρῷο σαυτῷ Cri. 45b; in elliptical phrases, τί οὖν χρησώμεθα; Ly. 213c; Θηβαίους ἔχοντες . . τί χρήσεσθε; 8.74: c. dat. et acc. cogn., χρωμένους τῷ κτείναντι χρείαν ἣν ἂν ἐθέλωσι Lg. 868b, cf. 785b, Clit. 407e. IV. of persons, χρῆσθαί τινι ὡς . . treat him as . . , χ. τινὶ ὡς ἀνδρὶ ψεύστῃ 7.209; χ. [τισὶν] ὡς πολεμίοις, ὡς φίλοις καὶ πιστοῖς, treat as friends or enemies, regard them as such, 1.53, Cyr. 4.2.8; so φιλικώτερον χρῆσθαί τισι Mem. 4.3.12; ὑβριστικῶς χ. τισί 56.12; also without ὡς, ἔμοιγε χρώμενος διδασκάλῳ Pr. 324, cf. 104; ὥς γʼ ἐμοὶ χρῆσθαι κριτῇ Alc. 801; οὐ σφόδρα ἐχρώμην Λυκίνῳ φίλῳ 5.63; πλείστοις καὶ δεινοτάτοις ἐχθροῖς χ. 4.2; ἀσθενέσι χ. πολεμίοις Cyr. 3.2.4. b. χρῆσθαί τινι (without φίλῳ) to be intimate with a man, Hier. 5.2, Mem. 4.8.11; χρῆσθαι καὶ συνεῖναί τισι 1.49; ἀνάγκη, ὃς ἂν γένηται (sc. παῖς, son), τούτῳ χρῆσθαι one must put up with the son that is born, 277: ἰητρῷ μὴ χρωμένους not consulting a doctor, de Arte 5 (so c. dat. et acc., ἐσιέναι παρὰ βασιλέα μηδένα, διʼ ἀγγέλων δὲ πάντα χρᾶσθαι (sc. αὐτῷ) deal with him in everything by messengers, 1.99); so Πλάτωνι, Ξενοφῶντι, χ. use, study their writings, 2.79d: abs., οἱ χρώμενοι friends, Ages. 11.13, Mem. 2.6.5, 6.44. 2. esp. of sexual intercourse, γυναιξὶ ἐχρᾶτο 2.181, cf. Mem. 1.2.29, 2.1.30, 3.10, 59.67. 3. χρῆσθαι ἑαυτῷ make use of oneself or oneʼs powers, with a part., οὐδʼ ὑγιαίνοντι χρώμενος ἑαυτῷ Nic. 17; αὑτῷ νήφοντι χ. Eum. 16: so with an Adv., χ. ἑαντῷ πρὸς τοὺς κινδύνους ἀφειδῶς Alex. 45; παρέχειν ἑαυτὸν ταῖς ἀρχαῖς χρῆσθαι place oneself at the disposal of another, Cyr. 1.2.13, cf. 8.1.5. V. abs., or with Adv., χρῶνται Πέρσαι οὕτω so the Persians are wont to do, such is their custom. ib.4.3.23. VI. in later Gk. (τῷ μεγαλόφρονι shd. be read for τὸ μεγαλόφρον in Ages. 11.11) c. acc. rei, χ. τὰ ἀπὸ λιμένων . . εἰς διοίκησιν τῆς πόλεως Oec. 1350a7; [θησαυρὸν] χρησάμενοι (v.l. κτησάμενοι) Wi. 7.14; οἱ χρώμενοι τὸν κόσμον ὡς μὴ καταχρώμενοι 1 Ep.Cor. 7.31; ἄνηθον μετʼ ἐλαίου χρήσασθαι IG 42(1).126.27 (Epid., ii A. D.); ὕδωρ χρῶ PTeb. 273.28 (ii/iii A. D.):— for 1.99, v. supr. IV. 1b. VII. Pass., to be used, esp. in aor., αἱ δὲ (sc. αἱ νέες) οὐκ ἐχρήσθησαν 7.144; τέως ἂν χρησθῇ so long as it be in use, 21.16; [σιδήρου τοῦ] χρησθέντος εἰς τύλους Supp.Epigr. 4.447.48 (Didyma, ii B. C.); also χρησθήσεται· χρησιμεύσει ; also perf., Phryn. 206:—v. χράω A ΙΙ. D. for χρή, v. sub voc. (Origin and historical order of the forms and senses not clear: χρή and χρῄζω are cogn.)
‹ All lexicon entries