χορός
choros
dance
Appears 53 times across Plato's dialogues.
Frequency by work
Click a work to list every occurrence by Stephanus page — each links into the reader.
Dictionary (LSJ)
χορός, ὁ, A. dance, αἰεὶ δʼ ἡμῖν δαίς τε φίλη κίθαρίς τε χοροί τε Od. 8.248; μετὰ μελπομένῃσιν ἐν χορῷ Ἀρτέμιδος Il. 16.183; τοὶ δʼ ἄνδρες ἐν ἀγλαΐῃς τε χοροῖς τε τέρψιν ἔχον Sc. 272, cf. 277; εἰς χ. ἐλθέμεν Il. 15.508, cf. Od. 18.194; οὐδέ κε φαίης ἀνδρὶ μαχεσσάμενον τόν γʼ ἐλθεῖν, ἀλλὰ χορόνδε ἔρχεσθʼ ἠὲ χοροῖο νέον λήγοντα καθίζειν Il. 3.393, 394; χορῷ καλὴ Πολυμήλη 16.180: later of the dance as a public religious ceremony, Διόνυσον τιμώσας χοροῖς Ba. 220; φυλῆς Ἀκαμαντίδος ἐν χοροῖσιν 148, cf. 2.48, 9.1; χοροὺς ἀνῆγον αἱ πόλεις (sc. εἰς τὴν Δῆλον) 3.104; πεν- ἀνδρῶν χ. 147, cf. Sch. 1.10; κύκλιος χ. (v. κύκλιος) ; θυσίῃσί σφεα (sc. Δαμίην καὶ Αὐξησίην) καὶ χοροῖσι γυναικηΐοισι κερτόμοισι ἱλάσκοντο 5.83; ἵστασαν χοροὺς παρθένων τε καὶ ἠϊθέων 3.48; παιδικὸς χ. 7.40, etc.; χ. ἀνδρικός HG 6.4.16, cf. Lg. 665b; τραγικοὶ χοροί, at Sicyon, 5.67: hence of the chorus in the Attic drama, οἱ χ. τῶν τραγῳδῶν Av. 787, cf. Pax 807 (lyr.); χ. τραγικός, κωμικός, Pol. 1276b4; also χ. τρυγικός, τρυγῳδικός, Ach. 628 (anap.), 886; arranged in six rows, 173; ὃς οὐκ ἔδωκʼ αἰτοῦντι Σοφοκλέει χορόν (of the archon to whom the poet applied) 15; χ. αἰτεῖν Eq. 513 (anap.); διδόναι R. 383c, etc.; χορὸν λαβεῖν, ἔχειν, Ra. 94, Pax 803, 807 (lyr.); χ. συλλέξαι, χοροὺς ἀθροίζειν (i.e. from the tribe), 6.11, Hier. 9.4; [χοροὺς] διδάσκειν ibid.; χορὸν εἰσάγειν Ach. 11: general phrases, χοροὺς ἱστάναι 3.48 (v. supr.), El. 280; ἔστασεν P. 9.114; ἱερὸν χ. ἵστατε Νύμφαις Nu. 271 (anap.), cf. Av. 220 (anap.); ἅψαι Eu. 307 (anap.); χορῶν κατάστασις Ag. 23, cf. Th. 958; τοῖς χ. νικᾶν Mem. 3.4.3; χοροῦ προεστάναι ibid.; χορῷ χορηγεῖν Grg. 482b, etc. II. choir, band of dancers and singers, h. Ven.118, N. 5.23, Fr. 199; συμφωνία καὶ χοροί Ev.Luc. 15.25. 2. generally, choir, troop, ἰχθύων Fr. 762; μελιττῶν NA 5.13; χ. καλλίμορφος τέκνων HF 925, cf. Prt. 315b, Tht. 173b, etc.; of things, ἄστρων αἰθέριοι χ. El. 467 (lyr.), cf. Sol. 17; χ. σκευῶν row of dishes, Oec. 8.20; χ. δονάκων row of reeds, i. e. Panʼs pipe, 124; χ. ὀδόντων a row of teeth, UP 11.8 (hence οἱ πρόσθιοι χοροί, for the front teeth, Ra. 548); τὴν σοφίαν ποῦ χοροῦ τάξομεν; in what class shall we place it? Euthd. 279c, cf. 12.28 p.160 F.-R. III. place for dancing, ἐν δὲ χ. ποίκιλλε . . Ἀμφιγυήεις Il. 18.590; λείηναν δὲ χ. Od. 8.260, cf. 264; ὅθι τʼ Ἠοῦς ἠριγενείης οἰκία καὶ χοροί εἰσι 12.4; Νυμφέων καλοὶ χ. ἠδὲ θόωκοι ib.318; at Sparta the ἀγορά was called χορός, 3.11.9; so perh. in Crete, Supp.Epigr. 2.509.6 (Eltynia, prob. v B. C.): v. infr. (Acc. to χορός = κύκλος, στέφανος, and therefore prop. denotes a ring-dance.)
‹ All lexicon entries